οπάζω

From LSJ
Revision as of 13:05, 28 March 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "αῑρο" to "αῖρο")

Οὔτ' ἐν φθιμένοις οὔτ' ἐν ζωοῖσιν ἀριθμουμένη, χωρὶς δή τινα τῶνδ' ἔχουσα μοῖραν → Neither among the dead nor the living do I count myself, having a lot apart from these

Euripides, Suppliants, 968

Greek Monolingual

ὀπάζω (Α)
1. στέλνω κάποιον μαζί με άλλον ως ακόλουθο ή ως συνοδοιπόρο ή κάνω κάποιον να ακολουθήσει («ἐπεὶ ῥὰ οἱ ὤπασα πομπόν», Ομ. Ιλ.)
2. (σχετικά με πράγματα) παραχωρώ, παρέχω, δίνω («νῦν μὲν γὰρ τούτῷ Κρονίδης Ζεὺς κῡδος ὀπάζει» — δίνει σ' αυτόν δόξα να τον ακολουθεί, Ομ. Ιλ.)
3. δίνω κάτι επί πλέον, προσθέτω («ἔργῳ δ' ἔργον ὄπαζε», Ύμν. Έρμ.)
4. καταδιώκω από κοντά, κυνηγώ («χαλεπὸν δὲ σε γῆρας ὀπάζει», Ομ. Ιλ.)
5. μέσ. ὀπάζομαι
α) προσλαμβάνω κάποιον ως ακόλουθο («κήρυκά τ' ὀπασσάμενος καὶ ἑταῖρον», Ομ. Οδ.)
β) αναγκάζομαι, προκαλούμαι, σχηματίζομαι από κάτιποταμός... ὀπαζόμενος Διὸς ὄμβρῳ» — χείμαρρος που προκαλείται από τη βροχή του Διός, Ομ. Ιλ.)
6. (κατά τον Ησύχ.) «ὀπασθείς
ἐκ τῶν ὀπίσω δεθεὶς καὶ ἐξαγκωνισθείς»
7. (κατά τον Φώτ.) «ὀπάζει
θεωρεῑ».
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι λ. ὀπάζω, ὀπάων, ὀπαδός / ὀπηδός ανάγονται πιθ. σε ένα αμάρτυρο ουσ. ὁπᾱ «ακολουθία, συνέχεια» (το οποίο εμφανίζει την ετεροιωμένη βαθμίδα της ΙΕ ρίζας sekw «ακολουθώ» του ἕπομαι) με ψίλωση χαρακτηριστική στην επική γλώσσα. Η λ. ὀπάων / ὀπέων < ὀπά-Fων < ὁπᾱ + επίθημα -Fων, όπως δείχνει και το μυκηναϊκό ανθρωπωνύμιο oqa-wo-ni (πρβλ. μάχη > Μαχάων, μυκηναϊκό Μakawo).To ρ. ὀπάζω παράγεται από το ουσ. ὁπᾱ πιθ. μέσω ενός αμάρτυρου ὀπάω. Τέλος, η λ. ὀπηδός / ὀπᾱδός, κατά την πιθανότερη άποψη, αποτελεί υποχωρητ. παρ. του ρήματος ὀπᾰζω. Το -- της λ., το οποίο γεννά μορφολογικές δυσχέρειες για την παραγωγή αυτή, οφείλεται πιθ. σε αναλογική επίδραση του τ. ὀπ--ων].