Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀπάζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀπάζω Medium diacritics: ὀπάζω Low diacritics: οπάζω Capitals: ΟΠΑΖΩ
Transliteration A: opázō Transliteration B: opazō Transliteration C: opazo Beta Code: o)pa/zw

English (LSJ)

impf.

   A ὤπαζον Il.8.341 ; Ep. ὄπ- 16.730 : Ep. fut. ὀπάσσω Od.8.430,21.214 : aor. ὤπασα Il.13.416, Hes.Th.974, Pi.N.1.16, and Trag. (v. infr.); Ep. and Lyr. also ὄπασσα, Od.10.204, Pi.I.7(6).38 :—Med., aor. ὠπασάμην, Ep. 3sg. ὀπάσσατο Il.19.238 ; 2sg. subj. ὀπάσσεαι 10.238 :—Pass., only in pres. (v. fin.) :—poet. Verb, perh. causal of ἕπομαι, make to follow, send with one, give as a companion or follower, ἐπεί ῥά οἱ ὤπασα πομπόν Il.13.416 ; σοὶ γάρ με πατὴρ ἅμα πομπὸν ὄπασσεν 24.461, cf. Od.9.90 ; ἅμ' ἡγεμόν' ἐσθλὸν ὄπασσον 15.310 ; ἀρχὸν δὲ μετ' ἀμφοτέροισιν ὄπασσα 10.204 ; πολὺν δέ μοι ὤπασε λαόν, i. e. made me leader over many, Il.9.483, cf. Pi.N.1.16 ; ὦ Ζεῦ, γυναικῶν οἷον ὤπασας γένος A.Th.256 :—Med., bid another follow one, take with one, take as a companion, σὺ δὲ χείρον' ὀπάσσεαι Il.10.238 ; Νέστορος υἷας ὀπάσσατο 19.238 ; κήρυκά τ' ὀπασσάμενος καὶ ἑταῖρον Od.10.59 :—Nic. uses the Med. in act. sense, σκολόπενδρα . . ὀπάζεται ἀνδράσι κῆρα Th.813 : Hes. never has it in this sense.    II also of things, make or give to be with a person, then simply, give, grant, τούτῳ . . Ζεὺς κῦδος ὀπάζει gives him glory to be with him, Il.8.141, cf. 17.566 ; κτήματα, ἀρετήν, κάλλος, ἀοιδήν, φῆμιν, ὀϊζύν, etc., freq. in Hom., Od.21.214, 13.45, Il.6.156, Od.8.498, 24.201, 23.210, al. ; πολλὰ γὰρ ὤπασε παιδί gave her as a portion, Il.22.51 ; τέλος ἐσθλὸν ὀ. grant a happy end, Hes.Op.474 ; ὄλβον, ἄγρην, Id.Th. 420, 442 ; εὐδίαν ἐκ χειμῶνος ὀ. Pi.I.7(6).38, al.; Ὕβρις . . πλοῦτον . . ἀλλότριον ὤπασεν B.14.60 ; πῦρ ἐγώ σφιν ὤπασα A.Pr.254, cf. 8, 30, Pers.762, Eu.530 (lyr.) ; a few times in E., e. g. Med.517, twice in Ar., Eq.200 (mock heroic), Th.973 (lyr.): with pleon. inf., Πατρόκλῳ . . κόμην ὀπάσαιμι φέρεσθαι, like δίδωμι ἔχειν, Il.23.151, cf. Pi.O.9.66 :—Med., καλάμινθον ὀπάζεο take to yourself . ., Nic.Th.60, cf. 520.    2 give besides something else, add, ἔργῳ δ' ἔργον ὄπαζε h.Merc.120 ; χάριν ἅμ' ὄπασσον ἀοιδῇ h.Hom.24.5 ; μελέταν ἔργοις ὀ. devote, Pi.I.6(5).67 ; ἔργον ὤπασεν πρὸς ἀσπίδι put the work of art on the shield, A.Th.492.    III press hard, chase, Ἕκτωρ ὤπαζε κάρη κομόωντας Ἀχαιούς Il.8.341 ; χαλεπὸν δέ σε γῆρας ὀπάζει ib.103 ; πολὺν καθ' ὅμιλον ὀπάζων (sc. αὐτήν) 5.334, cf. 17.462 ; φόνια δ' ὤπασας λέχε' ἀπὸ γᾶς didst chase them away, E.El.1192 (lyr.) :—Pass., ποταμὸς . . ὀπαζόμενος Διὸς ὄμβρῳ a torrent forced on by rain, Il.11.493.    IV ὀπασθείς· ἐκ τῶν ὀπίσω δεθείς, καὶ ἐξαγκωνισθείς, Hsch. (but cf. ὀσταθείς Id.). (The relation to ἕπομαι, ὀπαδός, ὀπάων is uncertain.)

German (Pape)

[Seite 355] (ἕπομαι, vgl. ὀπάων, ὀπαδός), 1) folgen od. begleiten lassen, zum Gefährten geben, πομπόν τινι, Il. 13, 416. 24, 153, ἀρχὸν μετ' ἀμφοτέροισιν ὄπασσα, ich ließ als Führer mitziehen, Od. 10, 204, vgl. 20, 364; auch ἅμα πομπὸν ὀπάζειν τινί, Il. 24, 467; ἡγεμόνα, Od. 15, 310; πομπῆας, 20, 364; πολὺν δέ μοι ὤπασε λαόν, er ließ mir viel Kriegsvolk folgen, d. i. machte mich zum Heerführer einer großen Mannschaft, Il. 9, 483, vgl. 18, 452, wie Pind. ὤπασε Κρονίων οἱ λαὸν ἵππαιχμον, N. 1, 16. Aber auch oft von Sachen, τούτῳ Ζεὺς κῦδος ὀπάζει, Il. 8, 141 u. öfter, er läßt ihm Ruhm folgen, läßt Ruhm ihn geleiten, verleiht ihm Ruhm; καί οἱ ἐγὼ τόδ' ἄλεισον ἐμὸν ὀπάσσω, Od. 8, 430; κτήματα, 21, 214; πολλὰ γὰρ ὤπασε παιδί, er gab der Tochter Viel mit, als Aussteuer, Il. 22, 51, u. öfter von Geschenken, Gaben, welche Götter den Menschen verleihen; πρόφρων θεὸς ὤπασε θέσπιν ἀοιδήν, Od. 8, 498, wie 15, 320; τῷ δὲ θεοὶ κάλλος καὶ ἠνορέην ἐρατεινὴν ὤπασαν, Il. 6, 157, denn sie geben dies dem Menschen für's Leben mit, daß es ihn stets geleite; τέλος ἐσθλὸν ὀπάζειν, ein gutes Ende geben, Hes. O. 476; ὄλβον, νίκην, ἄγρην, Th. 420. 433. 442; χάριν δ' ἅμ' ὄπασσον ἀοιδῇ, H. h. 23, 5; auch ὀπάζω φέρεσθαι, Il. 23, 151; ἔνθα οἱ ὤπασε θησαυρὸν μαντοσύνας, Pind. O. 6, 65; ὔμμιν νικαφόρον ἀγλαΐαν ὤπασαν, 13, 14, öfter; auch πόλιν ὤπασεν λαόν τε διαιτᾶν, den Staat zu verwalten verlieh er ihm, 9, 71; auch Tragg., τιμὴν Ζεὺς ὤπασεν Aesch. Pers. 748, παντὶ μέσῳ τὸ κράτος θεὸς ὤπασε Eum. 503; auch ὅστις τόδ' ἔργον ὤπασεν πρὸς ἀσπίδι, der die Arbeit zum Schilde hinzufügte, der die Kunstarbeit daran anbrachte; u. ganz absolut, γυναικῶν οἷον ὤπασας γένος, wie hast du es geschaffen, Spt. 238; τί τεκμήρι' ἀνθρώποισιν ὤπασας σαφῆ; Eur. Med. 517; Hipp. 45; νίκην, κῦδος, Ar. Th. 972 Equ. 200; sp. D., wie Ap. Rh. 1, 614, Nic. Th. 60. 520. – 2) verfolgen, nachsetzen, drängen; Εκτωρ ὤπαζε καρηκομόωντας 'Ἀχαιούς, Il. 8, 341; χαλεπὸν δέ σε γῆρας ὀπάζει, ibd. 103; auch absol., ὅτε δή ῥ' ἐκίχανε πολὺν καθ' ὅμιλον ὀπάζων, 5, 334. 17, 462, andringend; u. pass., χειμάῤῥους ὀπαζόμενος Διὸς ὄμβρῳ, ein von Zeus' Regen gedrängter, angeschwellter Gießbach, 11, 493. – 3) med., Einen sich folgen lassen, zu seinem Begleiter nehmen, σὺ δὲ χείρον' ὀπάσσεαι, Il. 10, 238; 19, 238; κήρυκά τ' ὀπασσάμενος καὶ ἑταῖρον, Od. 10, 59. – Vom pass. hat Hesych. ὀπασθείς erklärt durch ἐκ τῶν ὀπίσω δεθεὶς καὶ ἐξαγκωνισθείς, aber ὀπαζόμεναι erkl. er ἑπόμεναι, θεραπευόμεναι.

Greek (Liddell-Scott)

ὀπάζω: παρατ. ὤπαζον· Ἐπικ. μέλλ. ὀπάσσω Ὀδ. Θ. 430, Φ. 214: ἀόρ. ὤπασα Ὅμ., Πίνδ., καὶ Ἀττ. (ἴδε κατωτ.), Ἐπικ. ὡσαύτως ὄπασσα: - Μέσ., Ἐπικ. β΄ ἑν. μέλλ. ὀπάσσεαι Ἰλ. Κ. 238: ἀόρ. ὠπασάμην: Ἐπικ. ἑνικ. ὀπάσσατο, κτλ. - Παθ., μόνον κατ’ ἐνεστ. (ἴδε ἐν τέλ.). Ρῆμα ποιητ., μεταβ. ἐνεργείας τοῦ ἕπομαι, κάμνω (ἢ προστάσσω) τινὰ νὰ ἀκολουθήσῃ, συμπέμπω μετά τινος ὡς ἀκόλουθον ἢ συνοδοιπόρον, ἐπεὶ ῥά οἱ ὤπασα πομπὸν Ἰλ. Ν. 416, πρβλ. μετοπάζω· σοὶ γάρ με πατὴρ ἅμα πομπὸν ὄπασσεν Ω. 461, πρβλ. Ὀδ. Ι. 89· ἅμ’ ἠγεμόν’ ἐσθλὸν ὄπασσον Ο. 310· ἀρχὸν δὲ μετ’ ἀμφοτέροισιν ὄπασσα Κ. 204· πολὺν δέ μοι ὤπασε λαόν, δηλ. μὲ κατέστησεν ἡγεμόνα πολλῶν ἀνθρώπων, Ἰλ.: Ι. 483 (479), πρβλ. Πινδ. Ν. 1. 23· ὦ Ζεῦ, γυναικῶν οἷον ὤπασας γένος Αἰσχύλ. Θήβ. 256. - Μέσ., προσλαμβάνω ἀκόλουθον, σὺ δὲ χείρον’ ὀπάσσεαι Ἰλ. Κ. 238· Νέστορος υἷας ὀπάσσατο Τ. 238· κήρυκά τ’ ὀπασσάμενος καὶ ἑταῖρον Ὀδ. Κ. 59· - ὁ Νίκανδρος μεταχειρίζεται τὸ μέσον ἐπὶ ἐνεργ. σημασίας, Θηρ. 520, 813. - Ὁ Ἡσύχ. οὐδέποτε ἔχει τὴν λέξιν ἐπὶ ταύτης τῆς σημασίας. ΙΙ. ὡσαύτως ἐπὶ πραγμάτων, τούτῳ ... Ζεὺς κῦδος ὀπάζει, δίδει εἰς αὐτὸν δόξαν νὰ τὸν ἀκολουθῇ, Ἰλ. Θ. 141, κτλ.· καὶ ἔπειτα ἁπλῶς, δίδω, παρέχω, ὀπ. κτήματα, ἀρετήν, κάλλος, ἀοιδήν, φῆμιν, ὀϊζύν, κτλ., συχν. παρ’ Ὁμ.· πολλὰ γὰρ ὤπασε παιδί, ἔδωκεν εἰς αὐτὴν ὡς μερίδιον, Ἰλ. Χ. 51· τέλος ἐσθλὸν ὀπ., παρέχω εὐτυχὲς τέλος, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 472· ὄλβον, νίκην ὁ αὐτ. ἐν Θήβ. 420, 442· συχν. ὡσαύτως παρὰ Πινδ., εὐδεῖαν ἐκ χειμῶνος ὀπ. Ι. 7 (6). 52, κ. ἀλλ.· οὕτω παρ’ Αἰσχύλ. (κατ’ ἀόρ.), πῦρ ἐγώ σφιν ὤπασα Πρ. 252, πρβλ. 8, 30, Πέρσ. 762, Εὐμ. 529· ἐνίοτε παρ’ Εὐρ. καὶ δὶς παρ’ Ἀριστοφ. (ἐν παρῳδουμένοις ἡρωϊκοῖς χωρίοις), Ἱππ. 200, Θεσμ. 973· - μετὰ πλεοναστ. ἀπαρεμφ., Πατρόκλῳ ... κόμην ὀπάσαιμι φέρεσθαι, ὡς τὸ δίδωμι ἔχειν, Ἰλ. Ψ. 151, πρβλ. Πινδ. Ο. 9. 100. 2) δίδωμι προσέτι, προστίθημι, ἔργῳ δ’ ἔργον ὄπαζε Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 120· χάριν ἅμ’ ὄπασσον ἀοιδῇ Ὁμ. Ὕμν. 23. 5· ἀφιερῶ μελέταν ἔργοις ὀπ. Πινδ. Ι. 6 (5). 98· ἔργον πρὸς ἀσπίδι ὤπασεν, ἔθηκεν ἐπὶ τῆς ἀσπίδος του καλλιτεχνικόν τι ἔργον, Αἰσχύλ. Θήβ. 492. ΙΙΙ. ὡς τὸ διώκω, καταδιώκω ἐκ τοῦ πλησίον, «κυνηγῶ» Ἕκτωρ ὤπαζε καρηκομόωντας Ἀχαιοὺς Ἰλ. Θ. 341· χαλεπὸν δέ σε γῆρας ὀπάζει αὐτόθι 103 πολὺν καθ’ ὅμιλον ὀπάζων (δηλ. αὐτὸν) Ε. 334, Ρ. 462, πρβλ. κατοπάζω· φόνια δ’ ὤπασας λέχε’ ἀπὸ γᾶς, ἀπεδίωξας, Εὐρ. Ἠλ. 1192· - Παθ., χειμάρρους ὀπαζόμενος Διὸς ὄμβρῳ, χείμαρρος «κατεπειγόμενος. ἀφ’ οὗ, πληρούμενος» (Σχόλ.), Ἰλ. Λ. 493. (Ἐντεῦθεν ὀπαδός, κτλ. Οἱ τύποι ὀπάων, ὀπέων φαίνονται δεικνύοντες ὅτι τὸ δ ἢ ζ δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς ῥίζης, ἥτις πιθανῶς εἶναι ἄλλη μορφὴ τῆς √ΕΠ, ἕπομαι, seq-uor, τῆς δασείας ἐκπεσούσης ὡς ἐν τῷ ὀπός, sucus).

French (Bailly abrégé)

impf. ὤπαζον, f. ὀπάσω, ao. ὤπασα, pf. inus.
1 faire suivre, donner comme suite ou comme compagnon : τινά τινι πομπόν IL, πομπόν τινι IL ou πομπῆά τινι OD donner un guide ou une escorte à qqn ; ὀπ. τινὰ ἅμα τινί, m. sign. ; πολὺν λαὸν ὀπ. τινί IL faire suivre qqn d’une nombreuse troupe, càd confier à la direction de qqn une troupe nombreuse, le faire chef d’une nombreuse armée;
2 en parl. de choses faire suivre qqn de qch, lui donner qch ; en gén. donner, faire présent : τινί τι, donner à qqn qch (des richesses, la vertu, la beauté, la gloire, etc.) ; ἔργον πρὸς ἀσπίδι ESCHL ajouter, appliquer au bouclier un ouvrage d’art;
3 suivre, poursuivre, presser : τινά, qqn ; fig. χαλεπὸν δέ σε γῆρας ὀπάζει IL la vieillesse chagrine te presse ; χειμάρρους ὀπαζόμενος Διὸς ὄμβρῳ IL un torrent poussé par la pluie de Zeus, càd qui coule impétueux, gonflé par la pluie ; abs. s’élancer vers, donner l’assaut à;
Moy. ὀπάζομαι se faire suivre ou accompagner par : τινα, par qqn, prendre qqn pour compagnon.
Étymologie: ὀπαδός.

English (Autenrieth)

(cf. ἕπω), fut. ὀπάσσω, aor. ὤπασα, ὄπα(ς)σα, mid. pres. part. ὀπαζόμενος, fut. ὀπάσσεαι, aor. ὀπάσσατο, part. ὀπασσάμενος: I. act., join as companion (guide, escort), τινά τινι (ἅμα, μετά), cause to follow or accompany, Il. 13.416, Od. 15.310, Il. 24.153, , Od. 10.204; then of things, bestow, lend, confer; κῦδός τινι, χάριν καὶ κῦδος ἔργοις, γ , Od. 15.320, w. inf., Il. 23.151; also follow hard upon, press upon. τινά, Il. 8.341; fig., γῆρας, Il. 4.321; pass., Il. 11.493.—II. mid., take with one (as companion, guide, escort), τινά, Il. 10.238, Τ 23, Od. 10.59.

English (Slater)

ὀπάζω (impv. ὄπαζε; ὀπάζων; ὀπάζειν: aor. ὤπᾰσας, ὤπᾰσε(ν); ὄπασσεν, ὤπᾰσαν; ὀπᾰσαις; ὀπάσσαι.)
   1 bestow Λάμπων δὲ μελέταν ἔργοις ὀπάζων Ἡσιόδου μάλα τιμᾷ τοῦτ' ἔπος (I. 6.67) normally, of divinities, οἱ ὤπασε θησαυρὸν δίδυμον μαντοσύνας (O. 6.65) κόσμον Ὀλυμπίᾳ, ὅν σφι Ζεὺς γένει ὤπασεν (O. 8.84) κεῖναι γὰρ ὤπασαν τὰ τέρπν (O. 9.28) πολλὰ μὲν νικαφόρον ἀγλαίαν ὤπασαν ἄκραις ἀρεταῖς ὧραι πολυάνθεμοι (O. 13.14) “τάν ποτε Ζεὺς ὤπασεν λαγέτᾳ Αἰόλῳ καὶ παισὶ τιμάν” (P. 4.107) τὸ μὲν μέγιστον τόθι χαρμάτων ὤπασας (P. 8.65) ὤπασε δὲ Κρονίων πολέμου μναστῆρά οἱ χαλκεντέος λαὸν ἵππαιχμον (N. 1.16) τᾶς ἀφθονίαν ὄπαζε μήτιος ἁμᾶς ἄπο (N. 3.9) μοῖραν δ' εὔνομον αἰτέω σε παισὶν δαρὸν Αἰτναίων ὀπάζειν, Ζεῦ πάτερ (N. 9.30) νίκαν τὰν λτ;γτ;ενοκράτει Ποσειδάων ὀπάσαις (I. 2.14) (φάμα). ἅ τε ὤπασεν τοιάδε τῶν τότ' ἐόντων φύλλ ἀοιδᾶν (I. 4.26) ἀλλὰ νῦν μοι Γαιάοχος εὐδίαν ὄπασσεν ἐκ χειμῶνος (I. 7.38) “τὸ μὲν ἐμόν, Πηλέι γέρας θεόμορον ὀπάσσαι γάμου Αἰακίδᾳ” (Hermann: ὀπάσαι cod.) (I. 8.39) met., ἐπεὶ στεφάνους ἓξ ὤπασεν Κάδμου στρατῷ ἐξ ἀέθλων (sc. Ἰσθμός) (I. 1.11) add. inf., αὐτὰ δέ σφισιν ὤπασε τέχναν πᾶσαν ἐπιχθονίων Γλαυκῶπις ἀριστοπόνοις χερσὶ κρατεῖν (O. 7.50) πόλιν δ' ὤπασεν λαόν τε διαιτᾶν (sc. Λοκρός) (O. 9.66)

Greek Monolingual

ὀπάζω (Α)
1. στέλνω κάποιον μαζί με άλλον ως ακόλουθο ή ως συνοδοιπόρο ή κάνω κάποιον να ακολουθήσει («ἐπεὶ ῥὰ οἱ ὤπασα πομπόν», Ομ. Ιλ.)
2. (σχετικά με πράγματα) παραχωρώ, παρέχω, δίνω («νῡν μὲν γὰρ τούτῷ Κρονίδης Ζεὺς κῡδος ὀπάζει» — δίνει σ' αυτόν δόξα να τον ακολουθεί, Ομ. Ιλ.)
3. δίνω κάτι επί πλέον, προσθέτω («ἔργῳ δ' ἔργον ὄπαζε», Ύμν. Έρμ.)
4. καταδιώκω από κοντά, κυνηγώ («χαλεπὸν δὲ σε γῆρας ὀπάζει», Ομ. Ιλ.)
5. μέσ. ὀπάζομαι
α) προσλαμβάνω κάποιον ως ακόλουθο («κήρυκά τ' ὀπασσάμενος καὶ ἑταῑρον», Ομ. Οδ.)
β) αναγκάζομαι, προκαλούμαι, σχηματίζομαι από κάτιποταμός... ὀπαζόμενος Διὸς ὄμβρῳ» — χείμαρρος που προκαλείται από τη βροχή του Διός, Ομ. Ιλ.)
6. (κατά τον Ησύχ.) «ὀπασθείς
ἐκ τῶν ὀπίσω δεθεὶς καὶ ἐξαγκωνισθείς»
7. (κατά τον Φώτ.) «ὀπάζει
θεωρεῑ».
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι λ. ὀπάζω, ὀπάων, ὀπαδός / ὀπηδός ανάγονται πιθ. σε ένα αμάρτυρο ουσ. ὁπᾱ «ακολουθία, συνέχεια» (το οποίο εμφανίζει την ετεροιωμένη βαθμίδα της ΙΕ ρίζας sekw «ακολουθώ» του ἕπομαι) με ψίλωση χαρακτηριστική στην επική γλώσσα. Η λ. ὀπάων / ὀπέων < ὀπά-Fων < ὁπᾱ + επίθημα -Fων, όπως δείχνει και το μυκηναϊκό ανθρωπωνύμιο oqa-wo-ni (πρβλ. μάχη > Μαχάων, μυκηναϊκό Μakawo).To ρ. ὀπάζω παράγεται από το ουσ. ὁπᾱ πιθ. μέσω ενός αμάρτυρου ὀπάω. Τέλος, η λ. ὀπηδός / ὀπᾱδός, κατά την πιθανότερη άποψη, αποτελεί υποχωρητ. παρ. του ρήματος ὀπᾰζω. Το -- της λ., το οποίο γεννά μορφολογικές δυσχέρειες για την παραγωγή αυτή, οφείλεται πιθ. σε αναλογική επίδραση του τ. ὀπ--ων].

Greek Monotonic

ὀπάζω: παρατ. ὤπαζον· Επικ. μέλ. ὀπάσσω· αόρ. αʹ ὤπασα, Επικ. επίσης ὄπασσα — Μέσ., Επικ. βʹ ενικ. μέλ. ὀπάσσεαι· αόρ. αʹ ὠπασάμην, Επικ. γʹ ενικ. ὀπάσσατο·
I. μτβ. του ἕπομαι, κάνω, προστάζω κάποιον να ακολουθήσει, στέλνω κάποιον μαζί με έναν άλλο, παραχωρώ ως συνοδό ή ακόλουθο, ἐπεί ῥά οἱ ὤπασα πομπόν, σε Ομήρ. Ιλ.· πολὺν δέ μοι ὤπασε λαόν, μου παραχώρησε πολλούς υπηκόους, με κατέστησε ηγεμόνα πολλών ανθρώπων, στο ίδ. — Μέσ., διατάζω κάποιον να ακολουθήσει κάποιον άλλο, λαμβάνω ως συνοδό, σε Όμηρ.
II. 1. επίσης, λέγεται για πράγματα, κῦδος ὀπάζει, του προσφέρει δόξα να τον ακολουθεί, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως, απλώς, δίνω, προσφέρω, παρέχω, σε Όμηρ., Πίνδ., Αισχύλ.
2. παρέχω επιπλέον, προσθέτω, ἔργῳ δ' ἔργον ὄπαζε, σε Ομηρ. Ύμν.· ἔργον πρὸς ἀσπίδι ὤπασεν, πρόσθεσε ένα έργο τέχνης στην επιφάνεια της ασπίδας, σε Αισχύλ.
II. όπως το διώκω, πιέζω στενά, καταδιώκω, κυνηγώ, Ἕκτωρ ὤπαζε Ἀχαιούς, σε Ομήρ. Ιλ.· χαλεπὸν δέ σε γῆρας ὀπάζει, στο ίδ. — Παθ., χειμάρρους ὀπαζόμενος Διὸς ὄμβρῳ, χείμαρρος που ακολουθεί τη βροχή, δηλ. ξέχειλος από τη βροχή, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ὀπάζω: (fut. ὀπάσω - эп. ὀπάσσω, aor. ὤπασα - эп. ὄπασσα)
1) посылать в качестве спутника или проводника, давать в провожатые (τινά τινι πομπόν или πομπῆα или τινὰ ἅμα τινί ὀ. Hom.): πολὺν λαὸν ὀ. τινί Hom. поставить кого-л. во главе большого воинства; Νέστορος υἷας ὀπάσσατο Hom. (Одиссей) взял с собой сыновей Нестора;
2) давать, доставлять, даровать, ниспосылать (κῦδός τινι, κτήματα, κάλλος Hom.; νίκην, ὄλβον Hes.): τέλος ἐσθλὸν ὀ. Hes. ниспосылать хороший конец; πῦρ ἐγώ σφιν ὤπασα Aesch. я (т. е. Прометей) доставил им огонь;
3) придавать, прибавлять, добавлять: ἔργον ἔργῳ ὀ. HH делать одно дело за другим; ἔργον πρὸς ἀσπίδι ὀ. Aesch. покрывать щит художественной работой;
4) прилагать, посвящать (μελέταν ἔργοις Pind.);
5) преследовать по пятам, теснить (Ἀχαιούς, γῆρας ὀπάζει τινά Hom.): ποταμὸς ὀπαζόμενος ὄμβρῳ Hom. река, теснимая ливнем, т. е. вздувшаяся от ливней;
6) изгонять (τινὰ ἀπὸ γᾶς Eur.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: to chase, to press, to make follow, to give as a companion, to send with, give with, to grant, midd. to take as a companion (Il.).
Other forms: Aor. ὀπάσ(σ)αι, -ασθαι, fut. ὀπάσ(σ)ω.
Compounds: Rarely with κατα-, περι-, ἐπι-.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: From ἕπομαι (with ep. Ion. psilosis), best as iterative-intensive or causative with enlargement in -ζω (*ὀπάω : ὀπά-ζω); Bechtel Lex. s. v. w. lit., Schwyzer 719 w. n. 2. Also a nominal deriv. (*ὀπός, *ὀπή) is possible, s. ὀπάων. Cf. also ὀπηδός,

Middle Liddell

ὀπάζω, [Causal of ἕπομαι
I. to make to follow, send with one, give as a companion, or follower, ἐπεί ῥά οἱ ὤπασα πομπόν Il.; πολὺν δέ μοι ὤπασε λαόν gave me many subjects, Il.:—Mid. to bid another follow one, take as a companion, Hom.
II. also of things, κῦδος ὀπάζει gives him glory to be with him, Il.; then simply, to give, grant, Hom., Pind., Aesch.
2. to give besides, add, ἔργῳ δ' ἔργον ὄπαζε Hhymn.; ἔργον πρὸς ἀσπίδι ὤπασεν put a work of art on the shield, Aesch.
III. like διώκω, to press hard, chase, Ἕκτωρ ὤπαζε Ἀχαιούς Il.; χαλεπὸν δέ σε γῆρας ὀπάζει Il.:—Pass., χειμάρρους ὀπαζόμενος Διὸς ὄμβρῳ a torrent following, i. e. swollen with, rain, Il.

Frisk Etymology German

ὀπάζω:
{opázō.}
Forms: Aor. ὀπάσ(σ)αι, -ασθαι, Fut. ὀπάσ(σ)ω,
Grammar: v.
Meaning: verfolgen, bedrängen, folgen lassen, zum Begleiter geben, mitsenden, mitgeben, verleihen, Med. zum Begleiter nehmen (ep. poet. seit Il.).
Composita : vereinzelt mit κατα-, περι-, ἐπι-,
Etymology : Von ἕπομαι (mit ep. ion. Psilose), wohl am ehesten als Iterativ-Intensivum bzw. Kausativum mit Erweiterung auf -ζω (*ὀπάω : ὀπάζω); Bechtel Lex. s. v. m. Lit., Schwyzer 719 m. A. 2. Auch nominale Ableitung (*ὀπός, *ὀπή) ist an sich denkbar, s. ὀπάων. Vgl. auch ὀπηδός, ὄπατρος wohl dieselbe väterliche Abstammung habend (Α 257, Μ 371), von kopul. (s. d.) und πάτρη Vaterabstammung (s. πατήρ); Sommer Nominalkomp. 142 ff. m. ausführl. Behandlung. Nach Wackernagel Festgabe Kaegi 63 ff. (= Kl. Schr. 1, 491 ff.; zustimmend Schwyzer 106, Risch Mus. Helv. 2, 21 f.) dagegen äol. für ὀπάτριος (Lyk. 452) denselben Vater habend; gewiß möglich.
Page 2,401