Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακρίβεια

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

(I)
η (Α ἀκρίβεια) ἀκριβής
1. λεπτολόγα και σχολαστική προσοχή σε πράξεις ή σε λόγους, ακροβολογία, πιστότητα, καθαρότητα, σαφήνεια
2. προσοχή στις λεπτομέρειες, λεπτολόγηση, επιμέλεια
3. οικονομία, τσιγκουνιά
«απ' την ακρίβεια του απέθανε»
(πρβλ.) «χαλεπῶς ἔφερε τὴν τοῦ πατρὸς ἀκρίβειαν γλίσχρως καὶ κατὰ μικρὸν αὐτῷ χορηγοῡντος» (Πλούτ. Περ. 36)
νεοελλ.
1. τέλεια απόδοση οργάνων, μηχανικών μέσων ή λειτουργιών που συντελούνται με αυτά, τελειότητα
2. (για φιλοσοφήματα) η ιδιότητα κάθε γνωστικού περιεχομένου που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της λογικής
3. φρ. «για την ακρίβεια», χάριν ακριβείας, για να μιλήσουμε καθαρά, με σαφήνεια
αρχ.
1. πληθ. οι λεπτομέρειες
2. φρ. «δι' ἀκριβείας» ή «πρὸς τὴν ἀκρίβειαν» — ακριβώς, με λεπτομέρειες, με ορθότητα, με αυστηρότητα
«ακρίβεια νόμων», η δικαιοσύνη, η αυστηρότητα τών νόμων
«η ακρίβεια του ναυτικού», η αυστηρή πειθαρχία του ναυτικού
«ἔστι τι δι' ἀκριβείας τινί», είναι κάτι σπάνιο, σπανίζει.
(II)
η
1. υψηλή τιμή πώλησης ενός πράγματος, ύψωση, άνοδος τών τιμών
2. εποχή ακρίβειας
3. η έλλειψη δημητριακών, η σιτοδεία ή γενικότερα η έλλειψη
4. παροιμ. «ο καιρός πουλεί τα λάχανα κι η ακρίβεια τ' αγοράζει» (για κάτι που είναι συνήθως φτηνό, αλλά γίνεται δαπανηρό λόγω της έλλειψης).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ἀκρίβεια. Η σημασιολ. διαφοροποίηση της λ. έκαμε ώστε να συνδεθεί εκ των υστέρων η λ. ακρίβεια στο αίσθημα τών ομιλητών της Ν. Ελληνικής με το επίθ. ακριβός, που προήλθε επίσης με σημασιολογική (και μορφολογική, κατάλ. -ὸς) διαφοροποίηση από το αρχικό επίθ. ἀκριβής. Η σημασιολ. διαφορά της λ. οδήγησε και στη φωνολογική (στην προφορά) διαφοροποίησή της με συνιζημένη προφορά του ει (ακρίβεια), που τήν διακρίνει από τον τ. ακρίβεια (Ι) «ακριβολογία, πιστότητα»].