Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἴγειρος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: αἴγειρος Medium diacritics: αἴγειρος Low diacritics: αίγειρος Capitals: ΑΙΓΕΙΡΟΣ
Transliteration A: aígeiros Transliteration B: aigeiros Transliteration C: aigeiros Beta Code: ai)/geiros

English (LSJ)

ἡ,

   A black poplar, Populus nigra, μακεδνή, μακρή, Od.7.106, 10.510, cf. Il.4.482, S.Fr.23, etc.; αἴ. ύδατοτρεφέες Od.17.208, cf. 9.141, 5.64,239, E.Hipp.210 (lyr); named among ἄκαρπα in Arist.Mu. 401a4; καρποφόρος Mir.835b2: prov., αἰγείρου θέα, of a seat in the theatre which had no view of the stage, Cratin.339.

Greek (Liddell-Scott)

αἴγειρος: ἡ, ὑψηλὴ λεύκη, Τουρκ. «καβάκι» πρβλ. λεύκη· μακεδνή, μακρή, Ὀδ. Η. 106, Κ. 510· πρβλ. Σοφ. Ἀποσπ. 24· αἴγ. ὑδατοτρεφέες, Ὀδ. Ρ. 208· πρβλ. Ι. 140., Ε. 64. 70. Εὐρ. Ἱππ. 211 (λυρ.), ἔχουσα λεῖον φλοιὸν καὶ φύλλωμα πρὸ πάντων εἰς τὴν κορυφήν, Ἰλ. Δ. 482· μὲ τρέμοντα φύλλα, Ὀδ. Η. 106. Ὁ Ἀριστ. ἐγνώριζεν ὅτι τὸ δένδρον ἦτο δίοικον· αἴγ. ἄκαρπος, (Κόσμ. 6. 37· πρβλ. περὶ Γεν. Ζ. 1. 18, 60), καὶ καρποφόρος, (Θαυμ. ἀκ. 69): - ὡς δένδρον τοῦ κάτω κόσμου, Ὀδ. Κ. 510.

French (Bailly abrégé)

ου (ἡ) :
peuplier noir, arbre.
Étymologie: p. *αἴγερjος, du th. αἰγ- avec idée d’« agitation », cf. αἶγες « les vagues ».

English (Autenrieth)

black poplar; as tree in the lower world, Od. 10.510.

Greek Monotonic

αἴγειρος: ἡ, υψηλή λεύκα (ενν. λεύκη), σε Ομήρ. Οδ. (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

αἴγειρος: ἡ черный тополь Hom., Soph., Eur., Arst.

Etymological

Grammatical information: f.
Meaning: black poplar (Il.).
Other forms: αἴγερος Com. Adesp. 1276 (Kock).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Connection with αἰγίλωψ, αἰγανέη is uncertain. Sommer IF 55, 260, pointing to the many non-IE words like αἴγιθος and names with Αἰγ- (Αἴγινα, Αἰγαί etc.) suggested pre-Greek origin. This would be confirmed by the form with -ε-.

Middle Liddell


the poplar (cf. λεύκη), Od. [Deriv.uncertain.]