Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἴθρη

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: αἴθρη Medium diacritics: αἴθρη Low diacritics: αίθρη Capitals: ΑΙΘΡΗ
Transliteration A: aíthrē Transliteration B: aithrē Transliteration C: aithri Beta Code: ai)/qrh

English (LSJ)

ἡ, Hom. and Ar. ll.cc.: later αἴθρα, Antiph.52.14, etc.:—

   A clear sky, ποίησον δ' αἴθρην Il.17.646; ἀλλὰ μάλ' αἴθρη πέπταται ἀνέφελος Od.6.44, cf. Ar.Av.778 (lyr.), Lyc.700, AP6.179 (Arch.), etc.    II air, as an element, Orac.Chald.169.

Greek (Liddell-Scott)

αἴθρη: ἡ, παρ’ Ἀττ. ὡς καὶ παρ’ Ὁμ.: μεταγεν. αἴθρα, Πιερσ. Μοῖρ. σ. 184: (συγγενὲς τῷ αἰθήρ, ὡς γάστρα τῷ γαστήρ). Καθαρὸς οὐρανός, εὔδιος, λαμπρὸς καιρός, Λατ. sudum, ποίησον δ’ αἴθρην, Ἰλ. Ρ. 646· ἀλλὰ μάλ’ αἴθρη πέπταται ἀνέφελος, Ὀδ. Ζ. 44: σπάν. παρ’ Ἀττ. ποιηταῖς, ὡς Εὐρ. Ἀποσπ. 781. 50, Ἀριστοφ. Ὄρ. 778· ποιητικ. λέξις, πρβλ. αἰθρία.

French (Bailly abrégé)

c. αἴθρα.

English (Autenrieth)

(cf. αἰθήρ): clear sky, serenity.

Greek Monotonic

αἴθρη: (ακόμα και στην Αττ.· όχι αἴθρα, που είναι μεταγεν. τύπος), (αἰθήρ), καθαρός ουρανός, ξαστεριά, Λατ. sudum, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

αἴθρη:
1) чистое небо, ясная погода Hom., Eur., Arph.;
2) Anth. = αἰθήρ.

Middle Liddell

αἰθήρ
not αἴθρα even in attic; clear sky, fair weather, Lat. sudum, Hom.