Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γαία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (AM γαῑα, Α και ιων. τ. γαίη και δωρ. τ. γαία)
1. χώμα
2. φρ. α) «γαῑαν ἔχοις ἐλαφράν» — ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει (ευχή, για νεκρό πριν από την ταφή του)
6) «γαῑα πυρί μειχθήτω» — ας γίνει ό,τι θέλει, αδιαφορώ τελείως, ενδιαφέρομαι μόνο για τον εαυτό μου
νεοελλ.
πληθ.
1. εκτάσεις καλλιεργημένες ή καλλιεργήσιμες
2. ονομασία ορισμένων μεταλλικών οξειδίων
(αρχ. -μσν.) η ξηρά, η στεριά
αρχ.
1. η Γη, η γήινη σφαίρα
2. η θεά που γέννησε θεούς και ανθρώπους («παμμήτωρ Γαῑα»)
3. χώρα, τόπος
4. φρ. α) «φίλην ἐς πατρίδα γαῑαν» — στην αγαπημένη του πατρίδα
β) «χυτὴ γαῑα» — το χώμα που σώρευαν πάνω από την τάφο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. αἷα. Η λ. γαῖα είναι ποιητ. τ. του γῆ (περισσότερες από 300 φορές χρησιμοποιείται στον Όμηρο έναντι 10 της λ. γῆ). Ως α' συνθετικό απαντά με τις μορφές γαιη- (μόνο αρχαία σύνθετα) και κυρίως γαιο- και ως β' συνθετικό με τη μορφή -γαιος, παράλληλα προς τα -γεως, -γειος, -γεος.
ΠΑΡ. αρχ. γαίηθεν, γαιήϊος, γαιώδης
(αρχ. -μσν.) γαιώ, νεοελλ. γαιούχος.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. γαιηγενής, γαιήοχος, γαιηφάγος (και γαιοφάγος), γαιομέτρης, γαιονόμος, γαιοτρεφής
μσν.
γαιομαχώ
νεοελλ.
γαιαέριο, γαιάνθρακας, γαιογνώρισμα, γαιογνώστης, γαιοδεσπότης, γαιοκτήμονας, γαιομισθωτής, γαιόραμα, γαιόσακκος, γαιότοιχος, γαιοφόρος, γαιόχωση. (Β' συνθετικό) αρχ. ανάγαιος, ανώγαιος, βαθύγαιος, έγγαιος, ε(ν)νοσίγαιος, επίγαιος, ηδύγαιος, ισόγαιος, κατάγαιος, κατώγαιος, κινησίγαιος, λυπρόγαιος, μελάγγαιος, μεσόγαιος, πρόσγαιος, υπόγαιος, φιλόγαιος
νεοελλ.
απόγαιο].