Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλάγος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: γλάγος Medium diacritics: γλάγος Low diacritics: γλάγος Capitals: ΓΛΑΓΟΣ
Transliteration A: glágos Transliteration B: glagos Transliteration C: glagos Beta Code: gla/gos

English (LSJ)

[ᾰ], εος, τό, poet. for γάλα (q. v.),

   A milk, Il.2.471, Pi.Fr.106, Nic.Al.385.

Greek (Liddell-Scott)

γλάγος: [ᾰ], εος, τό, ποιητ. ἀντὶ γάλα (ὃ ἴδε), Ἰλ. Β. 471., Π. 643.

French (Bailly abrégé)

εος (τό) :
poét. c. γάλα, lait.

English (Autenrieth)

τό (γάλα): milk, Il. 2.471 and Il. 16.643.

English (Slater)

γλᾰγος (τό)
   1 milk Σκύριαι δ' ἐς ἄμελξιν γλάγεος αἶγες ἐξοχώταται (Schneidewin: γλάγους Eustath.: γάλακτος codd. Athenaei: cf. Hesych., γλάγος· γάλα) fr. 106. 4.

Spanish (DGE)

-εος, τό

• Prosodia: [-ᾰ-]
leche γ. ἄγγεα δεύει Il.2.471, εἰς ἄμελξιν γλάγεος Pi.Fr.106.4, αἴθοπι οἴνῳ καὶ πολιῷ γλάγεϊ Orác. en ISestos 11.30 (II d.C.), cf. Nic.Al.262, 385, Orph.L.668
fig. del grano de la espiga de trigo, Orph.L.596.

• Etimología: De la misma r. que γάλα, *gl̥g- quizá de *melg-/ml̥g- por disim. *βλαγ- y γλαγ-, como βλέπω y γλέπω.

Greek Monolingual

γλάγος (-εος), το (Α)
γάλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη ήδη ομηρική, αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. < γλάκος, με αφομοίωση < (θ.) γλακ- (πρβλ. γάλα). Σύμφωνα προς άλλη άποψη, το γλάγος θεωρείται ως ετυμολογική βάση αυτής της οικογένειας από αρχική μορφή ρίζας βλαγ- < mlg- (πρβλ. βλέπω -γλέπω, βλέφαρον -γλέφαρον), ασθενή μεταπτωτική βαθμίδα της ρίζας melg-, melk
πρβλ. αμέλγω (βλ. και λ. γάλα). Παράλληλα προς το γλάγος μαρτυρείται επίσης η γλώσσα του Ησύχ. «κλάγος
γάλα», τ. που ερμηνεύθηκε ως προερχόμενος < γλάκος, με μετάθεση τών φθόγγων -κ- και -γ-.
ΠΑΡ. αρχ. γλαγερός, γλαγόεις, γλαγώ.
ΣΥΝΘ. αρχ. γλαγοπήξ, γλαγότροφος, ευγλαγής, νεογλαγής, περιγλαγής, πολυγλαγής, φερεγλαγής.

Greek Monotonic

γλάγος: [ᾰ], -εος, τό, ποιητ. αντί γάλα, γάλα, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

γλάγος: εος (ᾰ) τό Hom. = γάλα.

Etymological

See also: s. γάλα.

Middle Liddell

poet. for γάλα, milk, Il.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γλάγος -εος, τό [~ γάλα poët. voor γάλα melk.