Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλέφαρον

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

γλέφαρον: τό, Αἰολ. ἀντὶ βλέφαρον, Πίνδ.

English (Slater)

γλέφᾰρον (-α, -ων, -οις)
   a brow, forehead γλεφάρων Αἰτωλὸς ἀνὴρ ὑψόθεν ἀμφὶ κόμαισι βάλῃ κόσμον ἐλαίας (O. 3.12) τοὶ δ' ἐπὶ γλεφάροις νεῦσαν ἀθανάτοισιν (I. 8.45)
   b eye, eyelid κελαινῶπιν δἐπί οἱ νεφέλαν ἀγκύλῳ κρατί, γλεφάρων ἁδὺ κλάιθρον, κατέχευας (P. 1.8) ἐκ δ' ἄῤ αὐτοῦ πομφόλυξαν δάκρυα γηραλέων γλεφάρων (P. 4.121) παῦρον ἐπὶ γλεφάροις ὕπνον ἀναλίσκοισα (sc. Κυράνα) (P. 9.24) Ὥρα πότνια ἅ τε παρθενηίοις παίδων τ' ἐφίζοισα γλεφάροις (Heyne: βλεφ- codd.) (N. 8.2)
   c fragg. ]α γλέφαρα[ fr. 51. f. c. γλεφ[ P. Oxy. 2446. fr. 25. 1.

Spanish (DGE)

v. βλέφαρον.

Greek Monolingual

το
βλ. βλέφαρο.

Greek Monotonic

γλέφαρον: τό, Αιολ. αντί βλέφαρον.

Russian (Dvoretsky)

γλέφᾰρον: τό Pind. v. l. = βλέφαρον.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γλέφαρον -ου, τό Aeol. voor βλέφαρον.