Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διασκευή

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: διασκευή Medium diacritics: διασκευή Low diacritics: διασκευή Capitals: ΔΙΑΣΚΕΥΗ
Transliteration A: diaskeuḗ Transliteration B: diaskeuē Transliteration C: diaskevi Beta Code: diaskeuh/

English (LSJ)

ἡ,

   A construction, Aristeas 64, al.    II equipment, δ. νομαδική Plb.8.29.7; δ. πολεμική D.S.4.38; furniture or vessels, τῆς σκηνῆς LXXEx.31.7, cf. Plb.30.26.3, Agatharch.8(pl.).    III rhetorical elaboration of a topic, Hermog. Inv.3.15; ποιεῖσθαι τὰς δ. τῶν μύθων Jul.Or.7.205b.    2 διασκευαί set phrases, Plb.15.34.1.    IV new edition or recension of a work, Aristeas310, Ath.3.110b(pl.).    V = ἀνασκευή, δ. καὶ χλευασμὸς τοῦ διδασκαλείου Porph.VP53.    VI theatrical performance, κωμῳδίαι καὶ δ. D.Chr.32.94.

German (Pape)

[Seite 602] ἡ, 1) Zubereitung, Anzug, νομαδική, Pol. 8, 31, 7; Ausschmückung der Rede, Uebertreibung, καὶ τερατεῖαι, 15, 34. – 2) die Ueberarbeitung, Ath. III. 110 b; Interpolation, Schol. Il. 16, 97.

Greek (Liddell-Scott)

διασκευή: ἡ, ὡς τὸ σκευή, στολή, ἐνδυμασία, Πολύβ. 8, 31, 7, κτλ. ΙΙ. διασκευαί, φράσεις ὑπερβολικαὶ πρὸς ἔκπληξιν τῶν ἀκροατῶν, ὁ αὐτ. 15. 34, 1. ΙΙΙ. νέα ἔκδοσις ἢ ἐπιδιόρθωσις, ἐπεξεργασία ἔργου τινός, Ἀθήν. 110Β.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
équipement, habillement.
Étymologie: διά, σκευή.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ
I 1disposición, formaciónde un ejército προῆγον ἐν διασκευῇ marchaban en formación LXX 2Ma.11.10, τῆς ᾠοθεσίας en un relieve, Aristeas 64.
2 lit. disposición, ordenación de la materia en una narración (Σοφοκλῆς) τῇ ... διασκευῇ τῶν πραγμάτων ἀρίστῃ καὶ πιθανωτάτῃ κέχρηται D.Chr.52.15, cf. Luc.Peregr.3, τῶν ὑποθέσεων Philostr.VS 590.
3 equipamiento, ornamentación, atrezzo que frec. incluía la representación figurativa de temas πολυτελεστάτη Plb.30.26.3, ἡ δ. τῆς σκηνῆς los utensilios del Tabernáculo LXX Ex.31.7, ἡ ἐντὸς δ. (τῆς νεώς) Moschio Hist.2.5, τῇ διασκευῇ μιμούμενοι τὸν ἀρχαῖον βίον D.S.5.4, cf. Ath.195a, 197d, πολεμικὴ δ. pertrechos de guerra D.S.4.38
atuendo, atavío νομαδικὴν ἔχων διασκευήν Plb.8.29.7, τῶν ὑποκριτῶν ... ἐν τοῖς ἀναπλάσμασι Str.11.14.12
aspecto τοῦ σώματος Lyd.Mag.3.58.
4 gener. elaboración, preparación τὸ πρᾶγμα ... πολλῆς δὲ διασκευῆς ὥστε ἀσφαλῶς πραχθῆναι δεόμενον Hld.4.6.5.
II lit.
1 elaboración literaria de un tema, frec. c. el sent. (peyor. o no) de fabulación τὰς τερατείας καὶ διασκευάς αἷς κέχρηνται ... ἔνιοι τῶν γεγραφότων Plb.15.34.1, διασκευαῖς ἐν τοῖς δράμασι χρωμένους ἀδυνάτοις Agatharch.8, op. ἱστορία o ‘verdad histórica’ τὴν διασκευὴν ὡς ἱστορίαν δέχεσθαι Str.1.2.11, τῶν μύθων Iul.Or.7.205b, ἐπιθαλάμιός τίς ἐστι δ. Gr.Nyss.Hom.in Cant.22.18.
2 lit. revisión, reelaboración, retoque a veces incluso reedición de obras dramáticas, esp. comedias τοῦτο τὸ δρᾶμα δ. ἐστι τοῦ προκειμένου Ath.110b, Ἄλεξις δὲ ἐν τῇ τοῦ Φρυγίου διασκευῇ Ath.429e, de un texto, Aristeas 310, cf. Sch.Er.Il.16.97-100a.
3 ret. exageración retórica Hermog.Inu.3.15 (passim), un tipo de narración que exagera lo sucedido, Fortunat.Rh.112.15.
4 en crítica textual corrección de un texto, Sch.Er.Il.19.400.
5 representación, escenificación ἐν ταῖς κωμῳδίαις καὶ διασκευαῖς D.Chr.32.94.

Greek Monolingual

η (Α διασκευή)
1. διαρρύθμιση, τακτοποίηση, διόρθωση
2. τροποποίηση, μετατροπή λογοτεχνικού κειμένου
αρχ.
1. διακόσμηση
2. ενδυμασία, στολή
3. διασκευαί
εντυπωσιακές φράσεις.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διασκευή -ῆς, ἡ [διασκευάζω] uitrusting. opbouw, constructie.

Russian (Dvoretsky)

διασκευή:
1) снаряжение, одежда (νομαδική Polyb.; πολεμική Diod.);
2) украшение, прикраса (τερατεῖαι καὶ διασκευαί Polyb.).