Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατηρέω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: διατηρέω Medium diacritics: διατηρέω Low diacritics: διατηρέω Capitals: ΔΙΑΤΗΡΕΩ
Transliteration A: diatēréō Transliteration B: diatēreō Transliteration C: diatireo Beta Code: diathre/w

English (LSJ)

Boeot. δια-τᾱρέω Supp.Epigr.1.132.8 (ii B. C.), but Dor. δια-τηρέω SIG541A4:—

   A watch closely, observe, Pl.Lg.836d (v.l.), Arist. HA612b28; δ. μή τι πάθωσι D.9.20.    2 maintain, τὴν ἐλευθερίαν Decr. ap. D.18.184; τὴν τάξιν Decr.ib.37; τὸ πρέπον Arist.EN1178a13; τὰ τοῦ βίου δίκαια Men.637; τὴν πόλιν καὶ τὴν ἑαυτῶν πίστιν Plb.1.7.7; τὴν εὔνοιαν IG12(7).506; τὴν ἀφθαρσίαν Phld.D.3Fr.19, etc.:—Med., -εῖται τὸν καιρόν observes, ib.Fr.77:—Pass., ὅταν διατηρηθῶσιν οἱ νόμοι τῇ πόλει Aeschin.3.6; ἀλειτούργητος -τηρείσθω ἡ θεία φύσις Epicur.Ep.2p.42U.    3 with predicates, βοῦς ἐννέα ἔτη δ. ἀνοχεύτους Arist.HA595b18; ἀβλαβές δ. Plb.7.8.7; ἀφλυκταίνωτα δ. τὰ μέρη Dsc.5.156; δ. τὸν πόλεμον Plu.Dio33.    4 δ. ἑαυτὸν ἔκ τινος keep oneself from... Act.Ap.15.29.

German (Pape)

[Seite 606] 1) bewahren, erhalten; τὴν τάξιν Dem. 18, 37; νόμους Aesch. 3, 6; τῇ πατρίδι τὴν εἰρήνην Pol. 7, 8, 4, u. öfter; auch πόλεμον, fortsetzen, Plut. Dion. 33. – 2) genau auf etwas achten, μή τι πάθωσι Dem. 9, 20; beachten, τί, Plat. Legg. VIII, 836 c.

Greek (Liddell-Scott)

διατηρέω: φυλάττω μετὰ προσοχῆς, προσέχω, Πλάτ. Νόμ. 836C, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 9. 7, 3, κτλ.· δ. μή τι πάθωσι Δημ. 115. 26. 2) τηρῶ πιστῶς, διαφυλάττω, δ. ἐλευθερίαν ὁ αὐτ. 290. 10· τὴν τάξιν, ψήφισμα παρὰ τῷ αὐτῷ, 238. 9· τοὺς νόμους Αἰσχίν. 54. 28· τὸ πρέπον Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 10. 8, 1· τὰ τοῦ βίου δίκαια Μένανδ. Ἀδήλ. 132. 3) φυλάττω κατὰ τὴν διάρκειαν χρόνου τινός, βοῦς ἐννέα ἔτη διατηροῦσιν ἀνοχεύτους Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 8. 7. 3· ἀβλαβὲς δ. Πολύβ. 7. 8, 7· ― δ. τὸν πόλεμον Πλούτ. Δίωνι 33. 4) δ. ἑαυτὸν ἔκ τινος, φυλάττειν ἑαυτὸν ἀπὸ…, Πράξ. Ἀποστ. ιε΄, 29.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
I. conserver avec soin ou jusqu’au bout, d’où
1 maintenir fidèlement, acc.;
2 continuer avec persévérance, persister dans : τὸν πόλεμον PLUT poursuivre la guerre;
II. observer avec soin, surveiller : τι qch ; δ. μή τι πάθωσι DÉM veiller avec soin à ce qu’ils n’éprouvent aucun mal.
Étymologie: διά, τηρέω.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): beoc. -ταρέω SEG 1.132.8 (Tespias II a.C.)
I tr.
1 conservar, mantener
a) c. ac. de abstr. ἁγνῶς δὲ καὶ ὁσίως ... βίον ... καὶ τέχνην Hp.Iusi.1.4, τὴν τῶν Ἑλλήνων ἐλευθερίαν Decr. en D.18.184, τάξιν Decr. en D.18.37, τὸ πρέπον Arist.EN 1178a13, τὰ τοῦ βίου δίκαια Men.Fr.549, cf. D.44.27, θυσίας τε καὶ τιμὰς δεδομένας τῷ θεῷ FD 2.18.4 (III a.C.), τὴν φιλίαν τὴν πρὸς τὸν βασιλέα ISmyrna 573.91 (III a.C.), εὔνοιαν IG 12(7).506.24 (Nicuria III a.C.), IAE 21.22 (I a.C.), PBaden 16.9 (I a.C.), τὰν τῶν προγόνων καλοκαγαθίαν SEG l.c., τὴν δημοκρατίαν ILampsakos 4.33 (II a.C.), ὁμόνοιαν SEG 28.1540.18 (Berenice I a.C.), ἀρχήν Plb.5.55.9, τὴν εἰρήνην Plb.4.17.1, 30.7, δ. πάντα τὰ δίκαια καὶ φιλάνθρωπα πρὸς Μακεδόνας mantener los deberes de justicia y amistad respecto a los macedonios Plb.4.23.1, τὴν ἀφθαρσίαν Phld.D.3.fr.19.20, τὸ πῦρ D.S.1.13, τὸν πόλεμον Plu.Dio 33, μῆνιν LXX Si.28.5, ὅρκον D.S.4.16, LXX De.7.8, φύσιν Aristid.Quint.46.20, τὴν σοφὴν ... βουλήν Ep.Diog.8.10
cumplir, observar las leyes, en v. pas., Aeschin.3.6;
b) c. ac. de pers., anim. y cosas, c. adj. pred. βοῦς ἐννέα ἔτη ... ἀνοχεύτους Arist.HA 595b18, αὐτοὺς ἐλευθέρους Plb.4.84.5, πάντα καὶ τὰ μέρη τοῦ σώματος ἀβλαβῆ Plb.7.8.7, ἀφλυκταίνοντα δ. τὰ μέρη Dsc.5.156, διετήρησεν πάντας ὑγιαίνοντας καὶ σῳζομένους IG 22.1028.89 (II/I a.C.), cf. Plb.3.9.7, 11.19.3, D.S.14.58, LXX 2Ma.14.36
c. otras determ. δ. τὴν χώραν ἐν εἰρήνη OGI 56.12 (III a.C.), ἐξ ὧν διατηροῦντες ἑαυτούς de las cuales manteniéndose alejados, Act.Ap.15.29, cf. D.S.20.81.
2 proteger, vigilar, custodiar, cuidar c. ac. de pers. y cosas (τέκνον) Arist.HA 612b28, cf. LXX Ex.2.9, τὴν πόλιν Plb.1.7.7, ISmyrna 573.56 (III a.C.), τὴν ἄκραν Plb.4.65.5, τὴν πατρίδα Plb.5.76.11, τὸν κῆπον D.L.10.17, fig. δ. τὸν καιρόν acechar la ocasión Hp.Ep.24
c. ac. y dat. τό τε περιπόλιον ... τῷ δάμῳ IG 12(1).1033.6 (Cárpato II a.C.), Δαρείῳ τὴν Περσέπολιν D.S.17.69
c. determ. locales (ἀντίγραφον) ἐν τῇ Ῥοδίων πόλει Milet 1(3).148.93 (II a.C.)
fig. δ. ... τὰ ῥήματα ἐν τῇ καρδίᾳ guardar las palabras en el corazón, Eu.Luc.2.51
en v. med. observar, vigilar en su propio interés διατηρεῖται τὸν καιρὸν ἐν ᾧ πονεῖ μὲν οὐδὲν οὔδ' ἐπ' ἐλάχιστον observa en su propio interés la medida adecuada (de alimento) capaz de evitarle la más mínima molestia Phld.D.3.fr.8.5.
3 c. or. subord. procurar, cuidar de que δ. μή τι πάθωσι D.9.20, διετήρησε τὸν ὅλον βίον πάσης ἐπιβουλῆς ... ἄμοιρον αὑτοῦ γενέσθαι τὴν βασιλείαν cuidó de que durante toda su vida su reino permaneciera libre de conspiración Plb.36.16.6, διατηρῶν τὰς χεῖρας αὐτοῦ μὴ ποιεῖν ἀδίκημα LXX Is.56.2, cf. D.S.20.15, PGrenf.2.14a.16 (III d.C.).
II intr.
1 en v. med.-pas. mantenerse, conservarse πῶς ... τὸ μὴ κληθὲν ὑπὸ σοῦ διετηρήθη; ¿cómo se iba a mantener lo que por ti no ha sido llamado? LXX Sap.11.25, τούτου γὰρ γενομένου ... ἡ πίσσα διατηρηθήσεται pues de ese modo la pez será vigilada (para que no la despilfarren) PCair.Zen.481.16 (III a.C.)
c. adj. pred. ἡ θεία φύσις ... ἀλειτούργητος διατηρείσθω consérvese la naturaleza divina exenta de cualquier ministerio Epicur.Ep.[3] 97.
2 en v. act. c. giro prep. cuidarse de ἐπὶ σφῶν αὐτῶν Aen.Tact.10.24.

English (Strong)

from διά and τηρέω; to watch thoroughly, i.e. (positively and transitively) to observe strictly, or (negatively and reflexively) to avoid wholly: keep.

English (Thayer)

διατήρω; 3rd person singular imperfect διετήρει; to keep continually or carefully (see διά, C. 2): ἐμαυτόν ἐκ τίνος (cf. τηρεῖν ἐκ τίνος, ἀπό τίνος for שָׁמַר followed by מִן, Plato, Demosthenes, Polybius, others.)

Greek Monotonic

διατηρέω: μέλ. -ήσω,
1. διαφυλάσσω, προσέχω, σε Πλάτ. κ.λπ.
2. κρατώ πιστά, διαφυλάττω, σε Δημ., Αριστ.
3. δ. ἑαυτὸν ἐκ τινος, κρατώ τον εαυτό μου μαρκιά από..., σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

διατηρέω:
1) хранить, оберегать (ἐλευθερίαν Dem.; νόμους Aeschin.; εἰρήνην Polyb.): δ. τι ἀβλαβές Polyb. сохранять что-л. в неприкосновенности; δ. ἑαυτὸν ἔκ τινος NT воздерживаться от чего-л.;
2) соблюдать, блюсти (τὸ πρέπον Arst.);
3) наблюдать, следить (ὅπως μή … Arst.): δ. τὸ συμβαῖνον Arst. наблюдать за результатом; διατηρῆσαι μή τι πάθωσι Dem. проследить, чтобы они не пострадали;
4) не прекращать, (упорно) продолжать (πόλεμον Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δια-τηρέω bewaren, handhaven:. δ. τὸ πρέπον ἑκάστῳ in acht te nemen wat iedereen toekomt Aristot. EN 1178a13; δ. τὸν πόλεμον de oorlog voortzetten Plut. Dion 33.5; ἐξ ὧν διατηροῦντες ἑαυτοὺς εὖ πράξετε als gij uzelf daarvoor bewaart zult gij het goed doen NT Act. Ap. 15.29. er nauwkeurig op toezien, zorgen:. δ. μή τι πάθωσι zorgen dat hun niets overkomt Demosth. 9.20.

Middle Liddell

fut. ήσω
1. to watch closely, observe, Plat., etc.
2. to keep faithfully, maintain, Dem., Arist.
3. δ. ἑαυτὸν ἔκ τινος to keep oneself from… , NTest.

Chinese

原文音譯:diathršw 笛阿-帖雷哦
詞類次數:動詞(2)
原文字根:經過-保存 相當於: (שָׁמַר‎)
字義溯源:徹底的看守,保持,存,保管,戒絕,禁戒;由(διά)*=通過)與(τηρέω)=防守)組成;其中 (τηρέω)出自(τήρησις)X*=守望)
出現次數:總共(2);路(1);徒(1)
譯字彙編
1) 禁戒(1) 徒15:29;
2) 存(1) 路2:51