Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐννέα

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἐννέᾰ Medium diacritics: ἐννέα Low diacritics: εννέα Capitals: ΕΝΝΕΑ
Transliteration A: ennéa Transliteration B: ennea Transliteration C: ennea Beta Code: e)nne/a

English (LSJ)

Dor. also ἐννῆ (q.v.), indecl.,

   A nine, Il.6.174, Od.8.258, etc.; Μοῦσαι ἐννέα Hes.Th.917, Od.24.60; τρὶς ἐννέα κλῶνας, in a religious ceremony, S.OC483; τρὶς ἐ. ἔτη Orac. ap. Th.5.26.    2 as a round number for, many, τρὶς ἐννέα φῶτας ἔπεφνεν Il.16.785, cf. Od.11.577, Sch.Nic.Th.781. (Cf. Lat. novem, Skt. náva, etc.)

German (Pape)

[Seite 846] οἱ, αἱ, τά, neun, Hom. u. Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

ἐννέᾰ: ἄκλιτον ἀριθμ., παρ’ Ὁμ., ὡς φαίνεται εἶναι ἱερὸς ἀριθμός, ὡς ὢν τριπλάσιος τοῦ τρία: ἐντεῦθεν παρ’ Ὁμ. ἐννέα θύματα, ἐννέα βοῦς ἱέρευσεν Ἰλ. Ζ. 174· ἐννέα ἕδραι Ὀδ. Γ. 7· ἐννέα ταύρους αὐτόθιἐννέα κήρυκες Ἰλ. Β. 96· αἰσυμνῆται δὲ κριτοὶ ἐννέα πάντες ἀνέσταν Ὀδ. Θ. 258· ἐννῆμαρ ξείνισσε καὶ ἐννέα βοῦς ἱέρευσεν Ἰλ. Ζ. 174 (πρβλ. ἐννῆμαρἐννέα Μοῦσαι, Ἡσ. Θ. 917· πρβλ. Ὀδ. Ω. 60· τρὶς ἐννέα κλῶνας, ἐν θρησκευτικῇ τελετῇ, Σοφ. Ο. Κ. 483· βραδύτερον, ἐννέα ἄρχοντες ἐν Ἀθήναις, κτλ., Ἀριστ. Ἀθηναίων Πολιτ. 3. 16 κ. ἀλλ. (ἔκδ. Blass). ― Περὶ τῆς ἱερότητος τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ἴδε Höck’s Kreta, 1. 249 κἑξ. 2) κατὰ ποιητ. ὑπερβολὴν ἴσως τὸ ἐννέα ἐτέθη ὡς στρογγύλος ἀριθμὸς ἀντὶ τοῦ πολλοί, τρὶς δ’ ἐννέα φῶτας ἔπεφνεν Ἰλ. Π. 785· ὁ δ’ ἐπ’ ἐννέα κεῖτο πέλεθρα Ὀδ. Λ. 577· πρβλ. Σχολ. εἰς Νικ. Θηρ. 781. (Ἐκ τῆς √ΝΕF μετὰ προθεματικοῦ ε· πρβλ. Σανσκρ. nav-am, Λατ. nov-em, Γοτθ. nium, Γερμ. neu-n· ― πρβλ. ὡσαύτως ἔνατος, Σανσκρ. nav-amas, Λατ. nö-nus (nov-ndus), Γοτθ. niu-nda, κτλ.).

French (Bailly abrégé)

(οἱ, αἱ, τά)
numéral indécl.
neuf.
Étymologie: pour ἐννέϜα, cf. lat. novem, all. neun.

English (Autenrieth)

nine.

English (Slater)

ἐννέα
   1 nine ἐννέ[α Μοί]σαις (supp. Lobel) (Pae. 12.2)

Spanish (DGE)

(ἐννέᾰ) • Alolema(s): eol. ἔννεα Theoc.30.27; beoc. ἐννία Corinn.1(a).3.21; délf. y dór. ἐννῆ CID 2.5.2.43, 2.6A.6 (ambas IV a.C.), SEG 9.1.32 (Cirene IV a.C.), Sokolowski 3.151A.5 (Cos IV a.C.), Lindos 2B.55 (II/I a.C.); ciren. hipercar. ἐννῆα SEG 9.3.16 (IV a.C.); hεννέα TEracl.2.17 (IV a.C.), IG 42.787.16 (Egina V a.C.), sobre el espíritu suave, cf. Arc.200
indecl.
1 nueve
a) gener. κήρυκες Il.2.96, παῖδες Ar.Th.637, κύνες Il.18.578, 23.173, αἶγες Od.9.160, cf. Od.14.248, νῆας Il.2.654, X.HG 1.1.36, 2.1.29, ἕδραι Od.3.7, δάπιδες Men.Dysc.922
unido a pron. todos los nueve, nueve en total οἱ ῥ' ἐ. πάντες ἀνέσταν se levantaron nueve en total, Il.7.161, cf. 24.252, Od.8.258
subst. οἱ δὲ ἐ. los otros nueve τῶν δὲ ἐ. op. τῆς βασιλικῆς πόλεως Pl.Criti.119b, cf. Eu.Luc.17.17, c. gen. οἱ δ' ἐ. τῶν πρέσβεων pero los otros nueve embajadores D.19.116, formando parte de cantidades mayores ἕξ τε μυριάδες καὶ ἐννέα χιλιάδες καὶ ἑκατοντάδες πέντε Hdt.9.29, δραχμὰς δέκα ἐ. CID 2.5.2.43, cf. 52 (IV a.C.), ἐ. μυριάδες πεζῶν Plb.3.35.1, LXX Nu.1.23, ἐννακόσια καὶ ἐξήκοντα ἐ. ἔτη de Matusalén, LXX Ge.5.27, cf. 11.19;
b) dicho de conjuntos de pers. c. un valor esp. atribuido al nueve y a los números impares: las Musas Μοῦσαι δ' ἐ. πᾶσαι las nueve Musas, Od.24.60, ἐ. θυγατῆρες ... Διός Hes.Th.76, cf. 917, Eumel.16, Corinn.l.c., Pi.Fr.52m.2, E.Med.831, AP 7.18
ciertos cuerpos de magistrados ἐ. δαμιοργοί SEG 11.336 (Argos VI a.C.), νομοφύλακες SEG 9.1.32, cf. 9.3.16 (ambas IV a.C.), esp. οἱ ἐννέα ἄρχοντες los nueve arcontes atenienses Th.1.126, Arist.Ath.62.1, Pl.Phdr.235d, D.24.20, Aeschin.1.19, ἐ. θεοί PMag.13.395;
c) en rel. c. el ámbito ritual, oracular y sacral ἐννῆμαρ ξείνισσε καὶ ἐ. βοῦς ἱέρευσεν durante nueve días festejó al huésped y sacrificó nueve reses, Il.6.174, cf. Od.3.8, Ζηνὶ θύεν ... ἐ. ταύρους B.16.18, multiplicado por ‘tres’ προφερόμενον ὑπὸ πολλῶν ὅτι τρὶς ἐ. ἔτη δέοι γενέσθαι αὐτόν (recuerdo) que fue afirmado por muchos que la guerra duraría tres veces nueve (e.e. veintisiete) años Th.5.26, cf. Is.11.42, Th.7.50, τρὶς ἐ. ... κλῶνας ... τιθείς depositando tres veces nueve ramas S.OC 483
como una de las cifras básicas de las teorías matemático-musicales de los pitagóricos, Pythagor.B 18 (p.455.24), B 27 (p.458.8);
d) acompañando a unidades de tiempo ἐ. δὴ βεβάασι ... ἐνιαυτοί ref. la duración de la guerra de Troya Il.2.134, ἐ. γὰρ νύκτας τε καὶ ἤματα ... ἄκμων οὐρανόθεν κατιών cayendo durante nueve días y noches un yunque desde el cielo Hes.Th.722, cf. Call.Cer.82, τέκνον ... ἐὸν ἐτέων ... ἐ. ἡλικίην Hdt.5.51, ἀνάπλοος ἐ. ἡμερέων Hdt.2.9, μῆνες Hdt.4.200, Call.Dian.193, rel. c. procesos naturales y patológicos ἐννῆμάρ τε ἐ. νύκτας ... ὠδίνεσσι πέπαρτο del parto de Leto h.Ap.91, cf. Hes.Th.803, ἐ. φάεα κεῖται Call.Cer.82, esp. medic. οἱ ἐ. μῆνες del embarazo, Hp.Epid.2.3.17, cf. Vict.1.26, para determinar el progreso y crisis de enfermedades, esp. unido al ‘siete’ ἐφ' ἡμέρας ἐ. τοῦτο πάσχει Hp.Salubr.8
subst. ἐ. (sc. ἡμέραι) nueve días οἷσι δ' ἔκρινεν (νόσημα) ἑβδομαίοισι, διέλειπεν ἐ. Hp.Epid.1.21, cf. Coac.144, ἑπτὰ καὶ ἐ. Hp.Epid.5.73;
e) indic. fracciones nueve partes de diez ἐ. μὲν μοίρας, δεκάτην δέ τε μοῖραν τέρπεται ἀνήρ Hes.Fr.275
abs. nueve partes ἐ. (μοῖραι) del agua que cae al mar (frente a una décima que queda retenida en la Estigia), Hes.Th.790;
f) de pesas, medidas, moneda ὁ δ' ἐπ' ἐ. κεῖτο πέλεθρα (Titio) estaba extendido (en el suelo) a lo largo de nueve pletros, Od.11.577, σχοῖνοι ἐ. Hdt.2.41, cf. IG l.c., hεννέα τριhμίγυα TEracl.l.c., ὀβολοί Ar.Ra.177, ἐ. τάλαντα Lys.19.59, D.12.3, LXX Ex.39.1, τὰς ἐ. μνᾶς Epicur.Fr.[72b] 26, ὡς ἐ. <κοτύλας> Ἀττικάς Hp.Epid.7.3, ὀργυιαί Orph.A.895, ἀρτ(άβαι) ἐ. ἥμισυ τέταρτον nueve artabas y un cuarto y mitad, POxy.3181.5 (III d.C.).
2 ref. convencionalmente a una cifra alta muchos, un número inmenso de τρὶς δ' ἐ. φῶτας ἔπεφνεν Il.16.785, εὔρην ... ἄστερας ὀπποσάκιν ἔννεα descubrir cuántas veces nueve es el número de estrellas, e.d. cuántas infinitas estrellas hay Theoc.l.c., cf. Sch.Nic.Th.781, en el número noventa y nueve por aproximación a la centena βεβιωκὼς ἔτη ἐνενήκοντα ἐ. Thphr.Char.proem.2, cf. Eu.Matt.18.12, Eu.Luc.15.4. • DMic.: e-ne-wo.

• Etimología: De ide. *neu̯n̥, cf. ai. náva, lat. nouem, gót. niun, c. prótesis vocálica en gr. y arm. inn. Sin explicar la geminada.

English (Strong)

a primary number; nine: nine.

English (Thayer)

οἱ, αἱ, τά (from Homer down), nine: Luke 17:17; see the following word.

Greek Monolingual

και εννιά (AM ἐννέα)
άκλ. (απόλ. αριθμτ.) δηλώνει ποσότητα 9 μονάδων
νεοελλ.
1. (για χρονολογίες και ημερομηνίες) αντί για το ένατος
2. ως ουσ. το εννέα
α) το αριθμητικό σύμβολο του αριθμού εννέα
β) αντικείμενο που έχει την ένατη σειρά ανάμεσα σε όμοια
γ) οτιδήποτε έχει πάνω του ή ως χαρακτηριστικό του τον αριθμό εννέα (δωμάτιο, τραπέζι, λαχνός, τραπουλόχαρτο κ.λπ.)
3. με θηλ. άρθρο αντί του τακτ. ενάτη, για ώρα, χρονολογία ή ημερομηνία («στις εννιά το πρωί», «στις εννιά Μαρτίου»)
4. επίσης με ουδ. άρθρο αντί του τακτ. ένατο, για ηλικία («περπατεί στα εννιά» — διανύει το ἔνατο έτος)
αρχ.
1. ιερός αριθμός ως τριπλάσιο του τρία
2. (ως στρογγυλόἔπεφνεν», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. εννέα (πρβλ. αρχ. ινδ. nava, λατ. novem, γοτθ. nium) προήλθε από ενεFα, με προθηματικό ε- (πρβλ. αρμεν. inn) και ανάγεται σε ΙΕ ρίζα newn «εννέα» (ή 1-newn, όπου με το ∂ı δηλώνεται το προθεματικό ε-). Η προέλευση τών δύο -ν- στη λέξη εννέα είναι αβέβαιη και έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με μία άποψη, τα δύο -ν- ερμηνεύονται αναλογικά προς τα δύο σύμφωνα που εμφανίζονται στα αριθμητικά επτά, οκτώ. Κατ' άλλη άποψη, εννέα < εν-νέFα, που μετασχηματίστηκε από αρχικό τ. ε-νέFα. Έχει διατυπωθεί επίσης και η υπόθεση ότι εννέα < εν νέFα (πρβλ. ες τρις). Η σύνδεση του τ. εννέα με τη λέξη νέ(F)oc εξηγείται σημασιολογικά από το γεγονός ότι ο αριθμός εννέα είναι ο πρώτος μετά το οκτώ (δυϊκός τύπος), με τον οποίο τελειώνουν οι δύο πρώτες τετράδες. Έτσι ο αριθμός εννέα είναι η αρχή μιας νέας τετράδας. Ο τ. εννέα ως α΄ συνθετικό εμφανίζεται με μορφή εννέα-, ένα-, στην ιωνική εινα- (< ενFα-, με αντέκταση) και εννια-. Το νεοελληνικό εννιά προήλθε από μσν. εννιά, το οποίο αποτελεί προϊόν συνιζήσεως από τον αρχ. τ. εννέα.
ΠΑΡ. ένατος
αρχ.
είνατος, εινάκις, εινάς, εννάκις, ενακόσιοι
μσν.- νεοελλ.
εννεακόσιοί
νεοελλ.
εννιάδα, εννιάρι.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό, εινα-;) αρχ. ειναετής, εινάνυχες, εινάπηχυς, ειναφώσσων (Α' συνθετικό, ενα-;) αρχ. εναετία, ενακηδέκατος
(Α' συνθετικό, εννέα-;) εννεάγραμμος, εννεαδάκτυλος, εννεάδεσμος, εννεαετηρίδα (-τηρίς Α), εννεακέφαλος, εννεάκρουνος, εννεάμηνος, εννεαπλάοιος, εννεασύλλαβος, εννεάφυλλος
αρχ.
εννεάβιβλος, εννεάβοιος, εννεάγηρα, εννεαδεκαετηρίς, εννεάκλινος, εννεακότυλος, εννεάκυκλος, εννεάλινος, εννεάμορφος, εννεάπηχυς, εννεαπνεύμων, εννεάπολις, εννεάπους, εννεάριθμος, εννεάστεγος, εννεάστερος, εννεάσφαιρος, εννεαφάρμαος, εννεάφθογγος, εννεάχειλος, εννεάχωρος
αρχ.-μσν.
εννεαγράμματον, εννεακαίδεκα
μσν.
εννεάειρμος, εννεάλογος, εννεαρχία
μσν.- νεοελλ.
εννεαετής
νεοελλ.
εννεαήμερον, εννεαμελής, εννεάμερα, εννεαπτέρυγος, εννεάχορδος, εννεάψυχος
(Α' συνθετικό, εννια-)
νεοελλ.
εννιάμερα, εννιάμηνα, εννιάπτερο, εννιάχρονος].

Greek Monotonic

ἐννέᾰ: άκλιτο, ο αριθμός εννιά, Λατ. novem, σε Όμηρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἐννέᾰ: эол. Theocr. ἔννεα οἱ, αἱ, τά indecl. девять Hom. etc.: αἱ Ἐ. ὁδοί Her., Thuc. Девять Путей (местность в области Амфиполя, во Фракии).

Frisk Etymological English

Grammatical information: num.
Meaning: nine (Il.);
Other forms: also hεννέα (Herakl.; after ἑπτά, ὁκτώ) ἐννῆ or (Delph., Cyren. etc.; cf. Fraenkel Glotta 20, 88).
Compounds: As 1. member beside ἐννεα- (e. g. Hom. ἐννεά-βοιος) also older ἐνα-, Ion. εἰνα-, e. g. Hom. εἰνά-ετες adv. nine years long, εἰνά-νυχες nine nights long, ἐνα- (εἰνα-)κόσιοι;
Derivatives: thus in deriv. ἔνα-τος the ninth, Ion. εἴνατος, Argiv. Cret. ἤνατος, Aeol. ἔνοτος; εἰνάς f. the ninth day (Hes. Op. 810) beside ἐννεάς number of nine (Theoc.); ἐνάκις (εἰ-) nine times a. o.; - but ἐννῆμαρ nine days long (Α 53), s. Sommer Zum Zahlwort 28f., 33 and details, e. g. Boeot. ἐνακηδεκάτη and ἐνναετήρω (Hes. Op. 436); also Schwyzer 590f.. - On ἐνενήκοντα s. v.; to ἔνατος cf. δέκατος s. δέκα.
Origin: IE [Indo-European] [318] *h₁n(e)u̯n̥ nine
Etymology: Beside Skt. náva, Lat. novem (with -m after decem, septem), Goth. niun, Lith. devynì, OCS devętь (with d- through dissimilation against -n- or after dẽšimt, desętь) etc., all from IE *h₁neu̯n̥, Gr. ἐννέ(Ϝ)α, *ἐνϜα- (*h₁n̥u̯n̥; from where εἰνα-, ἐνα- etc.) like Arm. inn (= inǝn, disyllabic) show forms beginning with vowel, IE *h₁neu̯n̥, *h₁nu̯n̥; unclear Thrac. ενεα (v. Blumenthal IF 51, 115). -A special problem presents the geminate in ἐννέα. Acc. to Ward Lang. 24, 50ff. caused by the length in ἑπτά, ὀκτω (improbable); acc. to Sommer Zum Zahlwort 27 *ἐν

Middle Liddell

indecl. nine, Lat. novem, Hom., etc.

Frisk Etymology German

ἐννέα: {ennéa}
Forms: daneben hεννέα (herakl.; nach ἑπτά, ὁκτώ) ἐννῆ od. -ή (delph., kyren. usw.; vgl. Fraenkel Glotta 20, 88).
Meaning: neun (seit Il.);
Composita : Als Vorderglied neben ἐννεα- (z. B. hom. ἐννεάβοιος) auch älteres ἐνα-, ion. εἰνα-, z. B. hom. εἰνάετες Adv. neun Jahre lang, εἰνάνυχες neun Nächte lang (eher Adj. pl. als analogische Adverbbildung), ἐνα- (εἰνα-)κόσιοι;
Derivative: ebenso in den Ableitungen ἔνατος der neunte, ion. εἴνατος, argiv. kret. ἤνατος, äol. ἔνοτος; εἰνάς f. der neunte Tag (Hes. Op. 810) neben ἐννεάς Anzahl von neun (Theok. usw.); ἐνάκις (εἰ-) neunmal u. a.; — dagegen ἐννῆμαρ neun Tage lang (Α 53 usw.) eher Zusammenschweißung aus ἐννέα ἦμαρ als aus *ἐνϝ’ ἦμαρ, s. Sommer Zum Zahlwort 28f., 33 m. Lit. und weiteren Einzelheiten, z. B. böot. ἐνακηδεκάτη und ἐνναετήρω (Hes. Op. 436); auch Schwyzer 590f. m. Lit. — Zu ἐνενήκοντα s. bes.; zu ἔνατος vgl. δέκατος s. δέκα.
Etymology : Gegenüber aind. náva, lat. novem (mit -m nach decem, septem), got. niun, lit. devynì, aksl. devętь (mit d- durch Dissimilation gegen -n- bzw. nach dẽšimt, desętь) usw., die alle auf idg. *neu̯n̥ zurückgehen, setzen gr. ἐννέ(ϝ)α, *ἐνϝα- (woraus εἰνα-, ἐνα- usw.) ebenso wie das in Einzelheiten mehrdeutige arm. inn (= inən, zweisilbig gesprochen) vokalisch anlautende Grundformen voraus, idg. *eneu̯n̥, *enu̯n̥; unsicher bleibt thrak. ενεα (v. Blumenthal IF 51, 115). — Ein besonderes Problem bietet die Geminata in ἐννέα. Nach Ward Lang. 24, 50ff. wäre sie von der entsprechenden Positionslänge in ἑπτά, ὀκτώ verursacht; nach Sommer Zum Zahlwort 27 hätte das tautosyllabische ἐν- in *ἐν

Chinese

原文音譯:™nnša 恩尼阿
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:九 相當於: (תֵּשַׁע‎)
字義溯源:九*
同源字:1) (ἔνατος)第九 2) (ἐννέα)九 3) (ἐνενήκοντα)九十九
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 九個(1) 路17:17