Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δικαστικός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: δῐκαστικός Medium diacritics: δικαστικός Low diacritics: δικαστικός Capitals: ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ
Transliteration A: dikastikós Transliteration B: dikastikos Transliteration C: dikastikos Beta Code: dikastiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of or for law or trials, practised in them, X. Mem.2.6.38; νόμος δ. Plu.CG5; μισθός Sch.Ar.V.299; ἡ -κή (sc. τέχνη) business of a judge or juryman, Pl.Plt.303e, etc.; τὸ δ. juror's fee, Arist.Pol.1320a26 (but τὸ δ. the judicial element in the state, 1300b13). Adv. -κῶς Luc.Herm.47.

German (Pape)

[Seite 628] den Richter betreffend; – μισθός, der Sold, den jeder Geschworne für den Gerichtstag bekam, Schol. Ar. Fesp. 299; Luc. Dem. enc. 25, wie δ. λήμματα Plut Pericl. 9, = τὸ δικαστικόν, Arist. Pol. 6, 5 u. A.; – νόμος Plut. C. Graech. 5; ὁ δικ., der in der Proceßführung geübt, erfahren ist, also = δικανικός, Xen. Mem. 2, 6, 38, wie ἡ δικαστική, Kunst der Rechtsverwaltung u. -sprechung (vgl. δικανική), Plat. Gorg. 520 b Polit. 303 e. – Adv., δικαστικῶς, nach Art der Richter, Luc. Hermot. 47.

Greek (Liddell-Scott)

δῐκαστικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἐπιτήδειος εἰς δίκας, ἠσκημένος ἐν αὐταῖς, Ξεν. Ἀπομν. 2.6,38· νόμος δ. Πλούτ. Γ. Γράκχ.5· -ἡ δικαστικὴ (ἐνν. τέχνη), ἡ ἐργασίαἀσχολία τοῦ δικαστοῦ ἢ ἐνόρκου, Πλάτ. πολιτ. 303Ε, κτλ.· το δ., ὁ τοῦ δικαστοῦ μισθὸς ἐν Ἀθήναις· ἦτο δὲ κατὰ πρῶτον εἷς ὀβολός, ἀκολούθως τρεῖς (οὐδέποτε δύο), Ἀριστοφ. Νεφ. 863, Βατρ. 140· πρβλ. Böckh Staatsh 1.312 κἑξ. 2) ἐπίρρ. δικαστικῶς Λουκ Ἑρμοτ. 47.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 qui concerne les juges;
2 expert en matière judiciaire, homme de loi expérimenté.
Étymologie: δικαστής.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I 1de pers. experto en leyes X.Mem.2.6.38, Chrysipp.Stoic.3.158, Ph.1.508.
2 de cosas y abstr. propio de o concerniente a los jueces, judicial τὸ πρᾶγμα IEphesos 4A.1 (III a.C.), νόμος SEG 9.8.117 (Cirene I a.C.), Plu.CG 5, εἶδος Ph.1.595, δίφροι D.S.15.10, λήμματα Plu.Per.9, δ. μισθός paga de los jueces Sch.Ar.V.300b, τὸ τῆς τυραννίδος ταύτης σχῆμα Philostr.VA 7.14, ἀγανάκτησις PGrenf.2.82.18 (V d.C.), διάγραμμα SEG 9.5.10 (Cirene II a.C.), διαγυμνασία SB 7033.29 (V d.C.), κίνησις PLond.1663.13 (VI d.C.), πρόσταγμα POxford 6.14 (IV d.C.), PFlor.377.9 (VI d.C.)
neutr. sg. como adv. a la manera judicial ἐκεῖνό γε οὐ δ. ἐποιήσατε Luc.Pr.Im.15.
II subst.
1 ἡ δ. la jurisprudencia, el conocimiento del derecho Pl.Grg.520b, Plt.303e, Clit.408b, Arist.EN 1141b33, Philostr.VA 6.21, ἡ δὲ ἐπιστήμη κρίσεων καὶ κολάσεων καὶ ἀδικημάτων Chrysipp.Stoic.3.67.
2 τὸ δ. sueldo del juez sin cont., Ar.Fr.588, ἐὰν οἱ μὲν εὔποροι μὴ λαμβάνωσι δ. Arist.Pol.1320a26.
3 τὸ δ. el elemento judicial en el Estado, Arist.Pol.1300b13.
III adv. -ῶς fig. a la manera de un juez καθεζόμην Luc.Am.18, κολάσω Thdt.Is.8.215, cf. Luc.Hist.Cons.10, Herm.47.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM δικαστικός, -ή, -όν) δικαστής
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε δίκη, δικαστή ή δικαστήριο
νεοελλ.
1. φρ. «δικαστικός αντιπρόσωπος» — αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής στις βουλευτικές και δημοτικές εκλογές
2. το αρσ. ως ουσ. ο δικαστικός
ο δικαστικός λειτουργός σε οποιαδήποτε βαθμίδα της ιεραρχίας
αρχ.
1. ο έμπειρος σε δίκες και νόμους
2. το θηλ. ως ουσ. η δικαστική
το έργο, η ασχολία του δικαστή
3. το ουδ. ως ουσ. το δικαστικόν
ο μισθός, η αμοιβή του δικαστή.

Greek Monotonic

δῐκαστικός: -ή, -όν,
I. αυτός που αναφέρεται στο νόμο ή στις δίκες, έμπειρος σε αυτές, σε Ξεν.
II. ως ουσ., τὸ δ., μισθός του δικαστή, αρχικά ένας οβολός, έπειτα τρεις οβολοί, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

δῐκαστικός:
1) судейский (μισθός Luc.; νόμος Plut.);
2) сведущий в судебных делах Xen.

Middle Liddell

δῐκαστικός, ή, όν [from δῐκαστής] adj
I. of or for law or trials, practised in them, Xen.
II. as Subst., τὸ δ. the juror's fee, at first one obol, then three obols, Ar.