Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀκούσιος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: ἀκούσιος Medium diacritics: ἀκούσιος Low diacritics: ακούσιος Capitals: ΑΚΟΥΣΙΟΣ
Transliteration A: akoúsios Transliteration B: akousios Transliteration C: akoysios Beta Code: a)kou/sios

English (LSJ)

[ᾱ], ον, Att. contr. for ἀεκούσιος.

Greek (Liddell-Scott)

ἀκούσιος: -ον, Ἀττ. συνῃρ. ἀντὶ ἀεκούσιος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
contr. att. de ἀεκούσιος;
qui s’est fait ou se fait contre le gré de, d’où
1 involontaire ; ἀκούσιός τινι PLUT contre le gré de qqn;
2 qui contraint : ἀκούσιοι ἀνάγκαι THC nécessités inévitables.
Étymologie: ἀ, ἑκούσιος.

Spanish (DGE)

-ον

• Alolema(s): jón. ἀεκ-; át. hακόσια IG 13.6B.5 (V a.C.)

• Prosodia: [ᾱ-]

• Morfología: [-ος, -η, -ον Luc.Syr.D.18]
I 1de algo que se recibe no deseado, forzoso, contra la voluntad τλήσομαι ... ἀ. πολλὰ βίαια Thgn.1343, πόνοι Democr.B 240, τῷ οὔ κως ἀεκούσιον ἐγίγνετο τὸ ποιεύμενον Hdt.2.162, ἀνάγκαι Th.3.82, ἔργον S.Tr.1263, συμφορά Antipho 2.3.1, τὰ δὲ βίᾳ καὶ ἀπάτῃ ἀκούσια Arist.Rh.1377b5, ἦν Μακεδόσιν οὐκ ἀ. ἡ μεταβολή Plu.Demetr.37
como subst. τὸ ἀ. lo que no se desea, lo no deseado Pl.Lg.733d.
2 de algo que se hace involuntario, impremeditado τρῶμα Hp.Liqu.6, φόνος Pl.Lg.867a, Antipho 3.2.6, βλάβαι Pl.Lg.861c, ἁμάρτημα Antipho 5.92, Plb.5.10.7
como subst. τὸ ἀ. acción realizada involuntariamente ξύγγνωμον δ' ἐστὶ τὸ ἀκούσιον Th.3.40, Arist.EN 1110a1, op. τὰ hεκόσια ‘faltas cometidas intencionadamente’ IG l.c.
3 subst. de pers. que no desea δεσπόζειν ἀκουσίων mandar sobre quienes no quieren ser sometidos Plb.5.11.6.
II adv. -ως
1 contra la voluntad, forzadamente, a disgusto οὐδενὶ ἀκουσίως ἀφῖχθαι que no venía a disgusto de nadie e.d. todos lo recibían bien Th.3.31, μένουσ' ἀκουσίως E.Tr.1011, ἀ. ἠράμην δόρυ E.Ph.433, νεότης οὐκ ἀ. ... ἥπτετο πολέμου Th.2.8, cf. E.El.670.
2 involuntariamente παραρρεῖν (δάκρυον) Hp.Epid.4.46, ἀποκτεῖναι Antipho 3.2.9, τινὸς φονέα γενέσθαι Pl.R.451a, ἀποθανεῖν Antipho 1.5, πράττειν Arist.EN 1111a2, 3, Plb.24.12.3, ὃς ἂν πατάξῃ τὸν πλησίον αὐτοῦ ἀ. LXX De.19.4, cf. Si.25.18.

Greek Monolingual

-α, -ο (Α ἀκούσιος, -ον)
1. αυτός που γίνεται από κάποιον παρά τη θέλησή του, αθέλητος, αναγκαστικός
2. (για πλημμελήματα) αυτός που γίνεται χωρίς πρόθεση, αθέλητος, απρομελέτητος
3. (για πρόσωπα) αυτός που κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ. + ἑκούσιος.
ΠΑΡ. αρχ. ἀκουσία, ἀκουσιάζομαι.

Greek Monotonic

ἀκούσιος: [ᾱ]ον Αττ. συνηρ. αντί ἀεκούσιος.

Russian (Dvoretsky)

ἀκούσιος: (ᾱ), ион. ἀεκούσιος 2 и 3
1) противный желанию, нежелательный (τινι Plut.): οὐκ ἀεκούσιον αύτῷ ἐγίνετο τοῦτο Her. это произошло не вопреки его воле;
2) невольный, непреднамеренный (ἀδικία Plat.; πρᾶξις Plut.): ὁπόσα ἀγνοία ἄνθρωποι ἐξαμαρτάνουσι πάντα, ἀκούσια ταῦτ᾽ ἐγὼ νομίζω Xen. все, в чем люди ошибаются по неведению, я называю невольным;
3) вынужденный, неизбежный (ἀνάγκαι Thuc.).