Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καλλωπισμός

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: καλλωπισμός Medium diacritics: καλλωπισμός Low diacritics: καλλωπισμός Capitals: ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ
Transliteration A: kallōpismós Transliteration B: kallōpismos Transliteration C: kallopismos Beta Code: kallwpismo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A adorning oneself, making a display, Id.R.572c; showing off, ὁ πρὸς ἵππους κ. X.Eq.10.16, cf. Jul.Mis.349c.    II ornamentation, κ. φορτικός Hp.Medic.2; εἰς κ. for ornament, X.An.1.9.23; καλλωπισμοὶ οἱ περὶ τὸ σῶμα Pl.Phd.64d.    2 making euphonious, of words, Id.Cra.414c, 426d.    b Rhet., embellishment, φράσεως Steph.in Hp.2.419D.

German (Pape)

[Seite 1312] ὁ, das Schmücken, ein schönes Ansehen Geben; διὰ τὸν καλλωπισμὸν στάσις ὠνόμασται Plat. Crat. 426 d; Schmuck, Zierrath, τοὺς περὶ τὸ σῶμα Phaed. 64 d; Rep. IX, 472 c; ὡς εἰς καλλωπισμόν Xen. An. 1, 9, 23; vom Pferde, der stolze Gang, de re equ. 10, 4.

Greek (Liddell-Scott)

καλλωπισμός: ὁ, τὸ καλλωπίζεσθαι, ἐπιδείκνυσθαι, Πλάτ. Πολ. 572C, Κρατ. 414C, 426D· ἐπὶ ἵππου, «καμάρωμα», Ξεν. Ἱππ. 10, 16. ΙΙ. διακόσμησις, διάκοσμος, Ἱππ. 19. 45· εἰς καλλωπισμόν, πρὸς στολισμόν, Ξεν. Ἀν. 1. 9, 23· καλλωπισμοὶ περὶ τὸ σῶμα Πλάτ. Φαίδ. 64D.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
parure, ornement recherché.
Étymologie: καλλωπίζω.

Greek Monolingual

ο (AM καλλωπισμός) καλλωπίζω
ο στολισμός, ο ευτρεπισμός, ο εξωραϊσμός της εξωτερικής εμφάνισης προσώπου ή πράγματος (α. «ο καλλωπισμός, ή να είπω ούτως, κτενισμός και στολισμός της γλώσσης», Κορ.
β. «ὅσα τῷ σώματι αὐτοῦ κόσμον πέμποι τις ἤ ὡς εἰς πόλεμον ἢ ὡς εἰς καλλωπισμόν», Ξεν.)
μσν.
1. το μέσο με το οποίο κάποιος στολίζεται ή στολίζει, το στολίδι
2. η μόρφωση, η καλλιέργεια
μσν.-αρχ.
η επιτήδευση για τον εξωραϊσμό του λόγου
αρχ.
1. η επίδειξη, το καμάρωμα («τὰς χρηματιστικὰς ἐπιθυμίας τιμῶντι μόνας, τὰς δὲ μὴ ἀναγκαίους, ἀλλὰ παιδιᾶς καὶ καλλωπισμοῡ ἕνεκα γιγνομένας, ἀτιμάζοντι», Πλάτ.)
2. ο μετασχηματισμός τών φθόγγων μιας λέξης προς επίτευξη ευφωνίας.

Greek Monotonic

καλλωπισμός: ὁ,
I. στολισμός, επίδειξη, φιγούρα, σε Πλάτ., Ξεν.
II. διακόσμηση, διάκοσμος, εἰς κ., λέγεται για στολισμό, σε Ξεν.· καλλωπισμοὶ περὶ τὸ σῶμα, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

καλλωπισμός:
1) красота, изящество (τοῦ ἵππου Xen.): διὰ τὸν καλλοπισμόν Plat. для (придания) красоты;
2) украшение: εἰς καλλοπισμόν Xen. для украшения; οἱ περὶ τὸ σῶμα καλλοπισμοί Plat., телесные украшения, наряды.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καλλωπισμός -οῦ, ὁ [καλλωπίζω] praalzucht:. παιδιᾶς τε καὶ καλλωπισμοῦ ἕνεκα omwille van vermaak en vertoon Plat. Resp. 572c. versiering, sieraad:; καλλωπισμοὶ οἱ περὶ τὸ σῶμα versierselen van het lichaam Plat. Phaed. 64d; verfraaiing:. ὑπὸ καλλωπισμοῦ om (de namen) mooier te laten klinken Plat. Crat. 414c.

Middle Liddell

καλλωπισμός, οῦ,
I. an adorning oneself, making a display, Plat., Xen.
II. ornamentation, εἰς κ. for ornament, Xen.; καλλωπισμοὶ περὶ τὸ σῶμα Plat.