Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετάφραση

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η (ΑΜ μετάφρασις) μεταφράζω
1. εξήγηση, μεταγλώττιση, ερμηνεία
2. μεταφορά προφορικού ή γραπτού λόγου από μια γλώσσα σε άλλη
νεοελλ.
1. συνεκδ. το κείμενο που έχει μεταφραστεί από άλλη γλώσσαπροτιμώ να διαβάσω τη μετάφραση παρά το πρωτότυπο»)
2. (γλωσσ.-λογοτ.) η διαδικασία και το αποτέλεσμα της απόδοσης σε μια γλώσσα γραπτού ή προφορικού κειμένου από άλλη, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι σημασιολογικές και υφολογικές αντιστοιχίες (α. «λογοτεχνική μετάφραση» β. «μετάφραση της Αγίας Γραφής»)
3. (επικοιν.) η διαδικασία αποκρυπτογράφησης ή αποκρυπτοφώνησης ενός σήματος, καθώς και η αντιγραφή ή εκτύπωση του αντίστοιχου κειμένου
4. βιολ. ο σχηματισμός πρωτεϊνών από το ριβονουκλεϊκό οξύ
μσν.-αρχ.
διατύπωση ενός κειμένου με άλλο φραστικό τρόπο ή σε άλλο λεκτικό ύφος, μεθερμήνευση, παράφραση.