Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ναυτίλος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ναυτίλος Medium diacritics: ναυτίλος Low diacritics: ναυτίλος Capitals: ΝΑΥΤΙΛΟΣ
Transliteration A: nautílos Transliteration B: nautilos Transliteration C: naftilos Beta Code: nauti/los

English (LSJ)

[ῐ], ὁ, poet. for ναύτης,

   A seaman, sailor, Hdt.2.43, A.Pr. 468, S.Aj.1146: rare in Com., Nausicr.1.2, 2.10.    2 as Adj. ναύτῐλος, ον, of a ship, ν. σέλματα A.Ag.1442; ν. πλάτη E.Fr.846.    II the paper nautilus, Argonauta argo, a cephalopod mollusc fabled to sail by spreading its membranous arms, Arist.HA525a21, 622b5, cf. Call.Epigr.6.3, Opp.H.1.340, Ael.NA9.34.

German (Pape)

[Seite 233] ὁ, = ναύτης, 1) Schiffer, Seefahrer; Aesch. Prom. 466 Ag. 617 u. öfter; Soph. Tr. 534; Her. 2, 43; auch adj., ναυτίλῳ πλάτῃ, Soph. Phil. 220; oft bei Eur. – 2) eine Polypenart, nautilus; Arist. H. A. 4, 1; Ath. VII, 318.

Greek (Liddell-Scott)

ναυτίλος: [ῐ], ὁ, ποιητ. ἀντὶ ναύτης, Ἡρόδ. 2. 43, καὶ Τραγ. ὡς Αἰσχύλ. Πρ. 468, Σοφ. Αἴ. 1146· σπάνιον παρὰ Κωμ., Ναυσικράτης ἐν «Ναυκλήροις» 1. 2., 2. 5. 2) ὡς ἐπίθ., ἐπὶ πλοίου, ναυτίλων σελμάτων Αἰσχύλ. Ἀγ. 1442· ναυτ. πλάτη Εὐρ. Ἀποσπ. 229. ΙΙ. ὀστρακόδερμον ἔχον ὑμένα τινὰ ὃν μεταχειρίζεται ὡς ἱστίον ὅπως πλέῃ καλούμενον καὶ ποντίλος, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 1, 28., 9. 37, 29, πρβλ. Καλλ. Ἐπιγράμμ. 5. 3.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 marin, matelot;
2 adj. de navire.
Étymologie: ναύτης.

Greek Monolingual

ο (Α ναυτίλος)
1. αυτός που ασχολείται κατ' επάγγελμα με τη ναυτιλία, ναυτικός, θαλασσινός
2. γένος κεφαλόποδων μαλακίων
αρχ.
είδος ποτηριού που ήταν κατασκευασμένο από το όστρακο του ομώνυμου μαλακίου ή είχε σχήμα ανάλογο με αυτό το μαλάκιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ναύτης + επίθημα -ίλος (πρβλ. οργ-ίλος)].

Greek Monotonic

ναυτίλος: [ῐ], ὁ, (ποιητ. αντί ναύτης),
I. 1. ναύτης, ναυτικός, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.
2. ως επίθ., ναύτῐλος, -ον, λέγεται για πλοίο, ναυτίλων σελμάτων, σε Αισχύλ.
II. ο ναυτίλος, οστρακόδερμο εφοδιασμένο με μια μεμβράνη που λειτουργεί σαν ιστίο και το εξυπηρετεί στην πλεύση του, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

ναυτίλος: (ῐ) корабельный, судовой (σέλματα Aesch.; πλάτη Eur.).
II
1) моряк, мореход Her., Trag.;
2) зоол. «кораблик» (Nautilus или Argonauta Argo L, головоногий моллюск) Arst.

Middle Liddell

ναυτί˘λος, ὁ, ναύτης
I. a seaman, sailor, Hdt., Aesch., etc.
2. as adj., ναυτίλος, ον, of a ship, Aesch.
II. the nautilus, a shell-fish, furnished with a membrane which serves it for a sail, Arist.