Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἴκαδε

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: οἴκᾰδε Medium diacritics: οἴκαδε Low diacritics: οίκαδε Capitals: ΟΙΚΑΔΕ
Transliteration A: oíkade Transliteration B: oikade Transliteration C: oikade Beta Code: oi)/kade

English (LSJ)

(Delph. ϝοίκαδε GDI2561C42), Adv.,

   A = οἶκόνδε, to one's house, to one's home, or to one's country, homewards, homewards, freq. in Hom., Il.1.170, Od.2.176, al. : freq. in Pi. (N.4.76, al.), Trag. (as A.Ag.1337 (anap.)), Com. (as Ar.Nu.618), and Att. Prose (as Pl.R.328b).    II to people's houses, Telecl.1.6.    III = οἴκοι, at home, X.Cyr.1.3.4, An.7.7.57, Luc.Dem.Enc.26, Hld.1.22, Phalar.Ep.143, etc.

Greek (Liddell-Scott)

οἴκᾰδε: Ἐπίρρ. = οἶκόνδε, εἰς τὸν οἶκον, πρὸς τὸν οἶκον, πρὸς τὴν πατρίδα, συχνὸν παρ’ Ὅμ., οἴκαδ’ ἱκέσθαι, οἴκαδε νεῖσθαι, νοστεῖν, ἀποστείχειν· ― εἶτα συχνὸν παρ’ Πινδ. καὶ τοῖς Ἀττ. ποιηταῖς τε καὶ πεζογράφοις ΙΙ. = οἴκοι, ἐν τῷ οἴκῳ ἐν τῇ πατρίδι, Ξεν. Κύρ. 1. 3, 4, Ἀν. 7. 7, 57, καὶ παρὰ μεταγενεστέροις, Λοβ. Φρύν. 44.

French (Bailly abrégé)

adv.
à la maison, dans les foyers, dans sa patrie avec mouv. : τὰ οἴκαδε ποθεῖν XÉN regretter son pays avec idée de tendance, désirer d’y retourner.
Étymologie: οἶκος, -δε.

English (Autenrieth)

(old acc. ϝοῖκα): adv., homeward, home.

English (Slater)

οἴκᾰδε
   1 to one's home Ἁγησία δέξαιτο κῶμον οἴκοθεν οἴκαδ' ποτινισόμενον (O. 6.99) φιάλαν ὡς εἴ τις δωρήσεται νεανίᾳ γαμβρῷ προπίνων οἴκοθεν οἴκαδε (O. 7.4) “ἱκόμαν οἴκαδ” (P. 4.106) ὅπως σφίσι μὴ κοίρανος ὀπίσω πάλιν οἴκαδ' Μέμνων μόλοι (N. 3.63) οἴκαδε κλυτοκάρπων οὐ νέοντ' ἄνευ στεφάνων (N. 4.76)

Greek Monolingual

(ΑΜ οἴκαδε, Α δωρ. τ. οἴκαδις και σε επιγρ. ϝοίκαδε)
επίρρ. προς το σπίτι ή προς την πατρίδα («οἴκαδέ τ' ἐλθέμεν καὶ νόστιμον ἦμαρ ἰδέσθαι», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
στο σπίτι, στην πατρίδα («ἵνα ἧττον τὰ οἴκαδε ποθοίη», Ξεν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < οἴκα, αιτ. πληθ. ενός περιληπτικού ουδ. (πρβλ. κύκλα) + επιρρμ. κατάλ. -δε (πρβλ. πρύμνα-δε). Κατ' άλλη άποψη, το οἴκα είναι αιτ. εν. μιας παλαιάς αμάρτυρης ριζικής λ. Foıξ, αντίστοιχης του οἶκος.

Greek Monotonic

οἴκᾰδε: επίρρ.:
I. οἶκόνδε, προς το σπίτι, στο σπίτι, προς την πατρίδα, στην πατρίδα, σε Όμηρ. κ.λπ.
II. οἴκοι, στο σπίτι, στην πατρίδα, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

οἴκᾰδε: adv. домой (ἱκέσθαι, νεῖσθαι, νοστεῖν, ἀποστείχειν Hom.): τὰ οἴκαδε ποθεῖν Xen. тосковать по родине.

Middle Liddell

= οἶκόνδε
I. to one's home, home, homewards, Hom., etc.
II. = οἴκοι, at home, Xen. οἴκαδις, Doric for οἴκαδε, Ar.