Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάμπρωτος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πάμπρωτος Medium diacritics: πάμπρωτος Low diacritics: πάμπρωτος Capitals: ΠΑΜΠΡΩΤΟΣ
Transliteration A: pámprōtos Transliteration B: pamprōtos Transliteration C: pamprotos Beta Code: pa/mprwtos

English (LSJ)

η, ον,

   A the very first, first of all, Il.7.324, 9.93: neut. πάμπρωτον as Adv., Od.4.577; ἐπεὶ π. εἶδον φέγγος Pi.P.4.111: also in pl. -πρωτα, Il.4.97, 17.568: Sup. παμπρώτιστα A.R.4.1693.

German (Pape)

[Seite 454] der allererste, Il. 9, 93, u. adv. πάμπρωτον, zu allererst, Od. 4, 577. 10, 403; ἐπεὶ πάμπρωτον εἶδον φέγγος, Pind. P. 4, 111; I. 5, 46; sp. D., wie Ap. Rh. 1, 1257. 3, 1203, u. in späterer Prosa, wie Nic. Harmon.

Greek (Liddell-Scott)

πάμπρωτος: -η, -ον, ὁ πρώτιστος πάντων, Ἰλ. Ι. 93, Πινδ. Π. 4. 196, κτλ.· ὡσαύτως τὸ οὐδέτ. πάμπρωτον καὶ -τα ὡς ἐπίρρ., Ὀδ. Δ. 577., Κ. 403, Ἰλ. Ρ. 568, κτλ.· - ὑπερθ παμπρώτιστα, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 1693.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui est tout à fait le premier ou premier de tous;
adv. • πάμπρωτον OD, • πάμπρωτα IL par-dessus tout, avant tout.
Étymologie: πᾶν, πρῶτος.

English (Autenrieth)

very first, first of all; adv., πάμπρωτον (Od.), πάμπρωτα (Il.)

English (Slater)

πάμπρωτος
   1 firstἐπεὶ πάμπρωτον εἶδον φέγγος” (P. 4.111) “θηρός, ὃν πάμπρωτον ἀέθλων κτεῖνά ποτ' ἐν Νεμέᾳ” Herakles speaks of the Nemean lion (I. 6.48)

Greek Monolingual

πάμπρωτος, -ώτη, -ον (Α)
1. πρώτος από όλους, ολόπρωτος, πρώτιστοςπάμπρωτος ὑφαίνειν ἤρχετο μῆτιν Νέστωρ», Ομ. Ιλ.)
2. (το ουδ. εν. και πληθ. ως επίρρ.) πάμπρωτον και πάμπρωτα και παμπρώτιστα
πρωτίστως, πρώτα - πρώτα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + πρῶτος].

Greek Monotonic

πάμπρωτος: -η, -ον, πρώτος απ' όλους, πραγματικά πρώτος, σε Ομήρ. Ιλ.· σε ουδ., πάμπρωτον και -τα ως επίρρ., σε Όμηρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πάμπρωτος -η -ον [πᾶς, πρῶτος] allereerst; n. adv. πάμπρωτον en πάμπρωτα het eerst:. ὅττι... οἱ πάμπρωτα θεῶν ἠρήσατο πάντων omdat hij haar het allereerst van alle goden had aangeroepen Il. 17.568.

Russian (Dvoretsky)

πάμπρωτος: первый из всех, раньше всех Hom., Pind.

Middle Liddell

πάμ-πρωτος, η, ον
first of all, the very first, Il.: in neut. πάμπρωτον and -τα as adv., Hom.