Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοπάζω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: τοπάζω Medium diacritics: τοπάζω Low diacritics: τοπάζω Capitals: ΤΟΠΑΖΩ
Transliteration A: topázō Transliteration B: topazō Transliteration C: topazo Beta Code: topa/zw

English (LSJ)

   A aim at, guess, divine, τὸ γὰρ τοπάζειν τοῦ σαφ' εἰδέναι δίχα A.Ag.1369; ἃ δὲ δόξῃ τοπάζω, ταῦτ' ἰδεῖν σαφῶς θέλω S.Fr.235; τοπάζετε Ar.V.73; τ. περί τινος Pl.Tht.155d: folld. by a relat. clause, ib.151b; εἴτε... εἴτε μὴ . . Id.Chrm.159a: folld. by acc. et inf., Id.Grg. 489d, Phdr.228d:—Pass., νέον τι γίνεσθαι ἐτοπάσθη D.C.78.25. (The literal sense to put in a place, given by Hsch., is not found in classical Gr.)

German (Pape)

[Seite 1129] 1) an einen Ort stellen, hinstellen, Hesych. – 2) auf einen Ort hinzielen, dah. übh. vermuthen, errathen, τὸ γὰρ τοπάζειν τοῦ σάφ' εἰδέναι δίχα, Aesch. Ag. 1342; Soph. frg. 225; Ar. Vesp. 73; τοπάζω γάρ σε ἔχειν τὸν λόγον αὐτόν, ich vermuthe, Plat. Phaedr. 228 d; φαίνεται οὐ κακῶς τοπάζειν περὶ τῆς φύσεώς σου, Theaet. 155 e; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

τοπάζω: μέλλ. -άσω, εἰκάζω, ὑπονοῶ, ὑποπτεύω, στοχάζομαι, ὑπολαμβάνω, τὸ γὰρ τοπάζειν τοῦ σάφ’ εἰδέναι δίχα Αἰσχύλ. Ἀγ. 1369· ἃ δὲ δόξῃ τοπάζω, ταῦτ’ ἰδεῖν σαφῶς θέλω Σοφ. Ἀποσπ. 225· τοπάζετε Ἀριστοφ. Σφ. 73· τ. περί τινος Πλάτ. Θεαίτ. 155D· ἑπομένης ἐξηρτημένης προτάσεως, αὐτόθι 151Β· εἴτε..., εἴτε μή... ὁ αὐτ. ἐν Χαρμ. 159Α· ἑπομένης αἰτ. καὶ ἀπαρ., ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 489D, Φαίδρ. 228D.

French (Bailly abrégé)

conjecturer, chercher à comprendre ou à deviner, acc..
Étymologie: τόπος.

Greek Monolingual

Α τόπος
1. τοποθετώ
2. υποθέτω, υπολαμβάνω, θεωρώ («τὸ γὰρ τοπάζειν τοῡ σάφ' εἰδέναι δίχα», Αισχύλ.)
3. (με εξαρτημένη πρότ. που εισάγεται με το εἰ) υποπτεύομαι μήπως... («τοπάζειν εἴτε... εἴτε μή», Πλάτ.).

Greek Monotonic

τοπάζω: μέλ. τοπάσω (τόπος), εικάζω, υπονοώ, υποπτεύω, σε Αισχύλ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

τοπάζω: ставить на место, перен. нащупывать, догадываться (τι и περί τινος Plat.; τὸ τ. τοῦ σάφ᾽ εἰδέναι δίχα Aesch.): ἐπεὶ τοπάζετε Arph. так догадайтесь же (сами).

Middle Liddell

τοπάζω, fut. -άσω τόπος
to aim at, guess, Aesch., Ar.