Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπολαμβάνω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

ὑπολαμβάνω ΝΜΑ λαμβάνω
1. διακόπτω κάποιον που μιλάει, παίρνω τον λόγο και απαντώ (α. «και τότε υπέλαβε εκείνος τον λόγο και είπε...» β. «οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι ὑπελάμβανον οὐ χρεὼν εἶναι αὐτοῑς ἐπαγγεῑλαι», Θουκ.)
2. εκλαμβάνω, νομίζω, θεωρώ, παίρνω για... (α. «υπέλαβε την θρασύτητα ως τόλμη» β. «μηδ' ὑπολαμβάνετ' εἶναι τὸν ἀγῶνα τόνδ' ὑπὲρ ἄλλου τινός», Δημοσθ.)
μσν.-αρχ.
κάνω μια παρατήρηση ή υπόδειξη σχετικά με κάτι, εκφράζω γνώμη για κάτι
αρχ.
1. δέχομαι επάνω μου, υποβαστάζωνεφέλη ὑπέλαβεν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν», ΚΔ)
2. βαστώ αποκάτω, υποστηρίζω («αἱ δὲ ὄπισθε παρὰ τοὺς μηροὺς τὰς γαστέρας ὑπολαμβάνουσι», Ηρόδ.)
3. πιάνω από το χέρι («ἄγειν οὖν αὐτὸν παρὰ σφᾱς τήν τε αὐλητρίδα ὑπολαβοῡσαν», Πλάτ.)
4. καταλαμβάνω, κυριεύω
5. (για ανεμοστρόβιλο) παρασύρω
6. προκύπτω ως δυσκολία, ως αντιξοότηταδυσχωρία τε καὶ στενοπορία ὑπελάμβανεν αὐτούς», Ξεν.)
7. καταλαμβάνω κρυφά ή με την βία («οὐ γὰρ ἂν Κέρκυράν τε ὑπολαβόντες βίᾳ ἡμῶν εἶχον», Θουκ.)
8. προσελκύω
9. (για γεγονότα) επακολουθώ, επισυμβαίνω
10. (για ασθένεια) προσβάλλω κατόπιν («ὑπολαβὸν ῥῑγος», Ιπποκρ.)
11. απαντώ, αποκρίνομαι
12. κατανοώ («ὑπολαμβάνεις γὰρ δὴ πού τι... ὃ λέγω;», Πλάτ.)
13. απιστώ
14. συναντώ
15. λαμβάνω κάτι ως αφορμή κατηγορίας («καὶ αὐτὰ ὑπολαμβάνοντες οἱ μάλιστα τῷ Ἀλκιβιάδη ἀχθόμενοι... ἐμεγάλυνον καὶ ἐβόων», Θουκ.)
16. παίρνω υπό την προστασία μου
17. αποδέχομαι, παραδέχομαι («καί μοι πρὸς Διὸς καὶ Θεῶν μηδεις ὑπολάβη δυσκόλως», Δημοσθ.)
18. (γενικά) δέχομαι, υποδέχομαι
19. μτφ. α) (σχετικά με εκλογή) ζητώ και λαμβάνω ψήφους για κάποιον
β) βοηθώ, υποστηρίζω («οἱ εὔποροι τοὺς ἐνδεεῑς ὑπολαμβάνουσιν ἔθει τινὶ πατρίῳ», Στράβ.)
20. φρ. α) «ὑπολαμβάνω τι ὑπὸ τι» — παίρνω κάτι και το κρύβω κάτω από κάτι άλλο (Πλούτ.)
β) «ὑπολαμβάνω ἵππον» — αναχαιτίζω λίγο την ορμή του αλόγου (Ξεν.).