Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνακηρύσσω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἀνακηρύσσω Medium diacritics: ἀνακηρύσσω Low diacritics: ανακηρύσσω Capitals: ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΩ
Transliteration A: anakērýssō Transliteration B: anakēryssō Transliteration C: anakirysso Beta Code: a)nakhru/ssw

English (LSJ)

Att. ἀνακηρύττω,

   A proclaim by voice of herald, publish abroad, φόνον τὸν Λαΐειον S.OT450:—Pass., μὴ ἀνακηρυχθῇ ἡ βδελυρία εἰς πόλιν Aeschin.1.160.    2 c. acc. pers., proclaim as conqueror, τοὺς νικῶντας Ar.Pl. 585:—Pass., ἀνακηρυχθῆναι Hdt.6.103, cf. Th.5.50; of slaves, ἀνεκαρύχθησαν ἐπ' ἐλευθερίᾳ GDI3600 (Calymna).    3 extol, sing praises of, τινά Jul.Or.1.46a.    II put up to auction, Hdt.1.196.    III offer by voice of herald, ἀ. σῶστράτινος X.Mem.2.10.2.

German (Pape)

[Seite 191] durch den Herold öffentlich bekannt machen, ausrufen, ἀνακηρύττομαι νενικηκώς, ich werde als Sieger ausgerufen, Thuc. 5, 50; vgl. Her. 6, 103; ὡς ἄνδρες ἀγαθοί Andoc. 2, 18; φόνον Soph. O. R. 405; σῶστρα, eine Belohnung für die Rettung öffentlich verheißen, Xen. Mem. 2, 10, 1; oft bei Luc., z, B. στέφανον Tim. 51.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνακηρύσσω: Ἀττ. -ττω, ἀνακηρύττω διὰ τοῦ κήρυκος, καθιστῶ τι γνωστὸν εἰς τὴν πόλιν ὅπως εὑρεθῇ ὁ διαπράξας τι, φόνον τὸν Λαΐειον Σοφ. Ο. Τ. 450: - Παθ., μὴ ἀνακηρυχθῇ ἡ βδελυρία εἰς πόλιν Αἰσχίν. 9. 16. 2) μετ’ αἰτ. προσώπ., ἀνακηρύττω ὡς νικητήν, τοὺς νικῶντας Ἀριστοφ. Πλ. 585: - Παθ., ἀνακηρυχθῆναι Ἡρόδ. 6.103, πρβλ. Θουκ. 5.50. ΙΙ. φέρω εἰς δημοπρασίαν, Ἡρόδ. 1. 196. ΙΙΙ. ὑπισχνοῦμαι, προσφέρω διὰ τοῦ κήρυκος ἀνταμοιβήν, ἀνακ. σῶστρά τινα Ξεν. Ἀπομ. 2. 10, 2.

French (Bailly abrégé)

1 publier par la voix du héraut;
2 mettre aux enchères;
3 proposer par la voix du crieur public : σῶστρά τινος XÉN une récompense à qui retrouvera (un esclave fugitif).
Étymologie: ἀνά, κηρύσσω.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): [át. y koiné -ύττω; dór. ἀγκ] αρ- B.10.27; ἀνακαρ- TC 178 (Calimna); arcad. ἀνκαρ- IG 5(2).16.6 (Tegea III a.C.); lesb. ὀγκαρ- IG 12(2).645.37 (Neso), IG 12.Suppl.(2).2.6 (Mitilene III a.C.)
I 1c. ac. de cosa o abstr. pregonar, anunciar φόνον τὸν Λαΐειον S.OT 450, μὴ ἀνακηρυχθῇ ... ἡ βδελυρία εἰς ... πόλιν Aeschin.1.60, σῶστρα X.Mem.2.10.2
en gener. anunciar Poll.8.139.
2 proclamar, anunciar públicamente, pregonar c. ac. de pers. Ἰσθμιονίκαν δίς νιν ἀγκάρυξαν ... προφᾶται B.l.c., τοὺς νικῶντας Ar.Pl.585, cf. Hdt.6.103, Th.5.50, σωτῆρα τὸν Ἀντίγονον ἀνεκηρύξατε Plb.9.36.5, δεδόχθαι τᾶι πόλι ἀνκαρῦξαι αὐτὸς ἀνδραγαθίαν κατὸν νόμον IG 5(2) l.c. ὀγκαρυσσέτω ἀνδραγαθίας ἕνεκα IG 12(2) l.c.
en v. pas. τοῖς Ὀλυμπίοις ἀνακηρυττομένου αὐτοῦ Plu.2.230d, cf. Crantor en S.E.M.11.54, de esclavos ἀνεκαρύχθησαν ἐπ' ἐλευθερίᾳ TC l.c.
c. part. ὡς καὶ δεύτερον ὑπατεύσαντα ἀνεκήρυξεν D.C.46.46.4
c. ὅτι: ἔδοξε τᾷ βόλλᾳ ... ὀγκάρυξαι ... ὅτι στεφάνοϊ ὀ δᾶμος ... IG 12.Suppl.l.c.
3 fig. c. ac. de pers. ensalzar ἀεὶ ... διετέλεις ἀνακηρύττων καθάπερ ἀγαθὸν ἥρωα Iul.Or.1.46a
abs. ὁ τῶν ἀγγέλων δεσπότης ἐπαινεῖ καὶ ἀνακηρύττει Chrys.M.64.525D.
II sacar a subasta, subastar jóvenes para el matrimonio en Babilonia, Hdt.1.196.

Greek Monolingual

ἀνακηρύσσω) (αττ. -ττω)
1. απονέμω επίσημα τίτλο, αναγορεύω
2. γνωστοποιώ δημόσια, ανακοινώνω
αρχ.
1. πουλώ σε δημοπρασία, βγάζω στο σφυρί
2. υπόσχομαι δημόσια αμοιβή με κήρυκα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + κηρύσσω.
ΠΑΡ. ανακήρυξις
νεοελλ.
ανακηρυκτής, ανακήρυκτος].

Greek Monotonic

ἀνακηρύσσω: Αττ. -ττω, μέλ. -ξω,
1. ανακηρύσσω μέσω κήρυκα, καθιστώ δημόσια γνωστό, σε Σοφ., Ξεν.
2. με αιτ. προσ., ανακηρύσσω ως νικητή, σε Αριστοφ. — Παθ. απαρ. αορ. αʹ ἀνακηρυχθῆναι, σε Ηρόδ.
II. φέρνω σε δημοπρασία, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνακηρύσσω: атт. ἀνακηρύττω
1) объявлять через глашатая (φόνον Soph.; νίκην Plut.); (на торгах) выкрикивать, называть (τινά Her.): νικῶν ἀνακηρυχθῆναι Her. быть провозглашенным как победитель;
2) публично назначать (σῶστρά τινος Xen.; στέφανον Luc.);
3) разглашать: μὴ ἀνακηρυχθῇ τι εἰς πᾶσαν τὴν πόλιν Aeschin. чтобы весть о чем-л. не разнеслась по всему городу.

Middle Liddell


I. to proclaim by voice of herald, publish abroad, Soph., Xen.
2. c. acc. pers. to proclaim as conqueror, Ar.:—Pass., aor1 inf. ἀνακηρυχθῆναι Hdt.
II. to put up to auction, Hdt.