Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀποπίμπλημι

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: ἀποπίμπλημι Medium diacritics: ἀποπίμπλημι Low diacritics: αποπίμπλημι Capitals: ΑΠΟΠΙΜΠΛΗΜΙ
Transliteration A: apopímplēmi Transliteration B: apopimplēmi Transliteration C: apopimplimi Beta Code: a)popi/mplhmi

English (LSJ)

later ἀπο-πιμπλάω· poet. also ἀποπίπλημι, ἀπο-άω:—

   A fill up a number, τὰς τετρακοσίας μυριάδας Hdt.7.29.    II satisfy, fulfil, in Pass., ἀποπλησθῆναι τὸν χρησμόν Id.8.96.    2 satisfy, appease, ἀ. αὐτοῦ τὸν θυμόν Id.2.129, cf. Th.7.68; ἀ. τὰς ἐπιθυμίας Pl. Grg.492a,al.    3 satisfy an inquirer, τινά Id.Cra.413b.

German (Pape)

[Seite 319] (s. πίμπλημι), ganz anfüllen, τινά Plat. Crat. 413 b; τὰς τετρακοσίας μυριάδας, voll machen, Her. 7, 29; χρησμὸν ἀποπλῆσαι, erfüllen, 8, 96: übertr., θυμόν, sättigen, stillen, 1, 129; Plat. Legg. IV, 717 d; ἐπιθυμίας Gorg. 503 c; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἀποπίμπλημι: καὶ (ἀλλ’ οὐχὶ Ἀττ.) -πιμπλάω: ποιητ. ὡσαύτως ἀποπίπλημι, -άω: μέλλ. -πλήσω, συμπληρῶ ἀριθμόν, τὰς τετρακοσίας μυριάδας τοι τῶν στατήρων ἀποπλήσω Ἡρόδ. 7. 29. ΙΙ. ἐκπληρῶ, ἐπαληθεύω, ὥστε ἀποπλῆσαι τὸν χρησμὸν ὁ αὐτ. 8. 96. 2) ἱκανοποιῶ, καταπραΰνω, ἀποπιμπλάναι αὐτοῦ τὸν θυμὸν (τὸ τοῦ Οὐεργιλίου explere animum) ὁ αὐτ. 2. 129, πρβλ. Θουκ. 7. 68, καὶ ἴδε τὸ ῥῆμα πληρόω 3) Ι. 2· ἀπ. τὰς ἐπιθυμίας Πλάτ. Γοργ. 492Α, κ. ἀλλ. 3) ἱκανοποιῶ τινὰ ἐρωτῶντα, ἐρευνῶντα, τινὰ ὁ αὐτ. Κρατ. 413Β.

French (Bailly abrégé)

f. ἀποπλήσω, etc.
remplir complètement : μυριάδας HDT parfaire un nombre de myriades ; χρησμόν HDT accomplir un oracle ; τὸ θυμούμενον THC assouvir sa colère.
Étymologie: ἀπό, πίμπλημι.

Spanish (DGE)

1 completar τὰς τετρακοσίας μυριάδας τοι τῶν στατήρων ἀποπλήσω Hdt.7.29
cumplir, completar períodos de tiempo, Eus.HE 3.14.1
fig. colmar τὸ μέτρον τῆς ἀνοίας Gr.Thaum.Pan.Or.2.62, cf. 63.
2 satisfacer, colmar saciar τὸν ἔρωτα Gorg.B 11.5, θυμόν Hdt.2.129, Pl.Lg.717d, cf. Th.7.68, ἐπιθυμίας Pl.Grg.503c, 505a, R.554a, 579e, τὰ αὑτοῦ ἤθη Pl.R.571c, ὀργὰς καὶ βαρυθυμίας Plu.2.417d
c. ac. de pers. satisfacer, complacer βουλόμενοι ἀποπιμπλάναι με queriendo satisfacer (mi curiosidad) Pl.Cra.413b.
3 cumplir, llevar a cabo, realizar ἐπιμέλειαν Gr.Thaum.Pan.Or.5.117, cf. 3.47
pas. de un oráculo, Hdt.8.96
abs. ἀποπιμπλάς cumpliendo con su deber POxy.290.24 (I d.C.).

Greek Monolingual

ἀποπί(μ)πλημι κ. -άω (Α)
1. συμπληρώνω, ολοκληρώνω
2. επαληθεύω, εκπληρώνω
3. καταπραΰνω, κατευνάζω
4. ικανοποιώ κάποιον που ζητά κάτι.

Greek Monotonic

ἀποπίμπλημι: ποιητ. -πίμπλημι, μέλ. -πλήσω,
I. συμπληρώνω έναν αριθμό, σε Ηρόδ.
II. 1. ικανοποιώ, εκπληρώνω, επαληθεύω, χρησμόν, στον ίδ.
2. ικανοποιώ, καταπραΰνω, κατευνάζω, θυμόν, ἐπιθυμίαν, στον ίδ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀποπίμπλημι:
1) пополнять: ἀ. τὰς τετρακοσίας μυριάδας Her. округлять до 4 миллионов;
2) приводить в исполнение, исполнять (χρησμόν Her.);
3) утолять (τὸ διψῶδές τινος Plut.; θυμόν Her., Plut.; τὸ θυμούμενον Thuc.);
4) удовлетворять (τὰς ἐπιθυμίας Plat.).

Middle Liddell


I. to fill up a number, Hdt.
II. to satisfy, fulfil, χρησμόν Hdt.
2. to satisfy, appease, θυμόν, ἐπιθυμίαν Hdt., Plat.