Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐνηλλαγμένως

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἐνηλλαγμένως Medium diacritics: ἐνηλλαγμένως Low diacritics: ενηλλαγμένως Capitals: ΕΝΗΛΛΑΓΜΕΝΩΣ
Transliteration A: enēllagménōs Transliteration B: enēllagmenōs Transliteration C: enillagmenos Beta Code: e)nhllagme/nws

English (LSJ)

Adv. pf. part. Pass. of ἐναλλάσσω,

   A reversely, in reverse order, Meno Iatr.17.42; inverting the true order, Plot.3.7.13.    2 crosswise, = ἐναλλάξ, τοῖς ποσὶν ἵστασθαι Procop. Gaz.p.163B.

German (Pape)

[Seite 840] verwechselt, vertauscht, Gramm.

Greek (Liddell-Scott)

ἐνηλλαγμένως: Ἐπιρρ., μετοχ. παθ. πρκμ. τοῦ ἐναλλάσσω, κατ᾿ ἐναλλαγήν, Ἡσύχ.

Spanish (DGE)

adv. sobre part. perf. de ἐναλλάσσω
1 de modo opuesto, al contrario ὅταν δὲ μὴ οὕτως γίνηται, ἀλλ' ἐ. ἡ γένεσις Anon.Lond.17.42, ἐ. μοὶ δοκεῖ τὴν ἑρμηνείαν ποιεῖσθαι Gal.18(1).352, ταῦτα ἐ. (ἐστι) estas afirmaciones están en contradicción (una con otra), Plot.3.7.13
en orden inverso, a la inversa οὐ κατὰ τὴν ἐκείνων τάξιν, ἀλλ' ἐ. ἀριθμοῦσιν Plu.2.672c.
2 de modo cambiante κέχρηται ... ἐ. τοῖς ῥήμασι τούτοις Basil.M.29.445B
en orden cambiado, de modo alternante ἐ., οὐ τετηρημένως ταῖς τάξεσι Gr.Naz.M.36.253D.
3 en forma de cruz τοῖς ποσὶν ἐ. ἱστάμενος de pie con las piernas cruzadas Procop.Gaz.Imag.19.

Greek Monolingual

ἐνηλλαγμένως (Α)
(επίρρ. από τη μτχ. ενηλλαγμένος του παθ. παρακμ. του εναλλάσσω)
1. κατά αντίστροφη θέση ή σειρά
2. αμοιβαία, εναλλάξἐνηλλαγμένως τοῑς ποσὶν ἵστασθαι» — πότε με το ένα, πότε με το άλλο πόδι εναλλάξ, Προκόπ. Γαζ.)
3. παραλλαγμένα, αλλαγμένα.