Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνάπαλιν

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀνάπᾰλιν Medium diacritics: ἀνάπαλιν Low diacritics: ανάπαλιν Capitals: ΑΝΑΠΑΛΙΝ
Transliteration A: anápalin Transliteration B: anapalin Transliteration C: anapalin Beta Code: a)na/palin

English (LSJ)

Adv.

   A back again, ἰέναι Pl.Plt.269d, cf. Phdr.264<*>, al.; ἐπὶ τὸ πέρας ἢ ἀ. Arist.EN1095b1; ἀ. στραφῆναι Id.Cael.285a8, etc.    II over again, = ἔμπαλιν, Pl.Tht.192d.    III contrariwise, on the opposite side, Hp.Coac.321; ἀ. πορεύεσθαι proceed in reverse, i. e. wrong order, Pl.Ti.82c; ἀ. τιθέναι Arist.APr.37b11, etc.; ἀ. ἐστιν ἡμῖν ἢ τοῖς ἄλλοις in the opposite way to... Thphr.HP8.3.5; τοῖς πολλοῖς . . καὶ τοῖς ἀ. (i. e. τοῖς ὀλίγοις) Telesp.15.9 H.    IV in proportion, inversely; ὁ ἀ. λόγος the inverse ratio Euc.5Def.13.; ἀ. ἔχειν Arist.Cael.273b32.    2 conversely, An.Ox.4.325.

German (Pape)

[Seite 200] im Gegentheil, umgekehrt, zurück; – zum zweiten Male, Plat. Theaet. 192 d u. sonst; – ἀνάπαλιν ἔχειν τινί, Einem entgegen sein, Sp., ἀνάπαλίν ἐστιν ἡμῖν ἢ τοῖς ἄλλοις, bei uns findet das Gegentheil Statt.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνάπᾰλιν: ἐπίρρ., πάλιν ὀπίσω, ἰέναι Πλάτ. Πολιτικ. 269D, πρβλ. Φαῖδρ. 264A, καὶ ἀλλ.· ἐπὶ τὸ πέραςἀνάπαλιν Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 4, 5· ἀν. στραφῆναι ὁ αὐτ. π. Οὐρ. 2. 2. 7, κτλ. ΙΙ. ἐκ νέου πάλιν, ἔμπαλιν Πλάτ. Θεαίτ. 192D· ἀνάπαλιν αὖ ὁ αὐτ. Πολ. 451B. ΙΙΙ. κατ’ ἐναντίον τρόπον, τοὐναντίον, κατ’ ἐναντίαν τάξιν, Ἱππ. Κωακ. 170, Πλάτ. Τίμ. 82C, καὶ ἀλλ.· - ἀνάπαλιν ἔχειν Ἀριστ. π. Οὐρ. 1. 6, 9, καὶ ἀλλ., ἀν. τιθέναι ὁ αὐτ. Ἀναλυτ. Πρ. 1. 17, 12, κτλ., τάχα δὲ τοῦτό γε ἡμῖν τοῖς ἄλλοις ἀνάπαλιν, Θεοφρ. Ἱστ. Φ. 8. 3, 5.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 à rebours;
2 en sens contraire.
Étymologie: ἀνά, πάλιν.

Spanish (DGE)

(ἀνάπᾰλιν) • Alolema(s): tb. ἀνάπαλι POxy.2687.2.4
I 1hacia atrás, en sentido inverso ἀ. ἰέναι Pl.Plt.269d, ἐξ ὑπτίας ἀ. διανεῖν ἐπιχειρεῖ τὸν λόγον Pl.Phdr.264a, (ὁδός) ἀπὸ τῶν ἀθλοθετῶν ἐπὶ τὸ πέρας ἢ ἀ. Arist.EN 1095b1, ἐὰν ... ἀ. στραφῇ Arist.Cael.285a8, ἀνὰ μίαν ὁδὸν ἀνάπ[α] λιν ἐτρόχασεν E.Fr.64.2 Bond
en sentido contrario u opuesto de una hemorragia interna τὸ ἀ. αἱμορραγέειν Hp.Coac.321, ἀ. δὲ συγκριθὲν καὶ κατασβεσθὲν εἰς ἰδέαν τε ἀπιὸν αὖθις ἀέρος πῦρ Pl.Ti.49c, ὅταν ἀ. ... πορεύηται Pl.Ti.82c, ἀ. μεταβάλλουσιν Arist.Pol.1316a23, ἀπὸ τοῦ τελευταίου ἄρχεσθαι καὶ ἀ. φέρειν X.Cyr.2.2.2, fig. τοῖς πολλοῖς ... καὶ τοῖς ἀ. al pueblo y a sus contrarios (los aristócratas), Teles p.15.9, ἀνάπαλι τῶν περιεχουσῶν ξυλλαβῶν τεθεισῶν ... ἢ ὡς ... siendo colocadas las sílabas exteriores en sentido contrario a como ..., POxy.2687.2.4 (III d.C.)
c. dat. ἀ. τοῖς ἄλλοις Thphr.HP 8.3.5.
2 en lóg. ref. a la conversión de las proposiciones y a la permuta de las premisas ὁμοίως δὲ δειχθήσεται καὶ εἰ ἀ. ἔχοιεν αἱ προτάσεις del mismo modo se probará si las premisas estuviesen permutadas Arist.APr.60a31, οὕτω γὰρ ἀ. ἡ πρότασις de este modo la premisa es permutada Arist.APr.58a26, πρότερον δ' ἀ. ἔλαβε τὸ Β τῷ Γ ὑπάρχον y finalmente aceptó que por conversión B pertenece a C Arist.APr.57b24, de la prueba en círculo ἐστι τὸ διὰ τοῦ συμπεράσματος καὶ τοῦ ἀ. τῇ κατηγορίᾳ τὴν ἑτέραν λαβόντα πρότασιν συμπεράνασθαι τὴν λοιπήν consiste en que a través de la conclusión y de la conversión de una de las premisas sea deducida la otra Arist.APr.57b19, cf. 37b11, 38b5, 58a35, APo.80a37, 78b7.
3 en mat. ὁ ἀ. λόγος la razón inversa Euc.5 Def.13, ἀ. ἔχειν estar en razón inversa Arist.Cael.273b32.
II de nuevo ἀ. ἄκουε Pl.Tht.192d, λέγειν ... ἀ. Pl.R.451c
de la orina a destiempo Hp.Coac.569.
III cabeza abajo de un halcón ἀ. πέτεσθαι Ael.NA 10.14.

Greek Monolingual

ἀνάπαλιν) (Ν και τανάπαλιν)
πίσω ξανά, πάλι πίσω, αντίθετα, αντίστροφα
αρχ.
1. πάλι, ξανά, εκ νέου
2. με αντίθετο τρόπο, αντίθετα
3. αντίστροφα, ανάποδα
4. φρ. «ὁ ἀνάπαλιν λόγος», ο αντίστροφος λόγος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + πάλιν.

Greek Monotonic

ἀνάπᾰλιν: επίρρ.,
I. ξανά πίσω, σε Πλάτ. κ.λπ.
II. από την αρχή, στον ίδ.
III. αντίθετα, τουναντίον, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνάπᾰλιν: adv.
1) обратно, в обратном порядке или направлении (ἰέναι Plat.; στραφῆναι Arst.): τὴν ἀναλογίαν ἀ. ἔχειν Arst. быть обратно пропорциональным;
2) опять, сызнова (λέγειν τι Plat.).

Middle Liddell


I. back again, Plat., etc.
II. over again, Plat.
III. contrariwise, reversely, Plat.

English (Woodhouse)

ἀνάπαλιν = contrarily, in a contrary way

⇢ Look up "ἀνάπαλιν" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)