Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔμπαλιν

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἔμπᾰλιν Medium diacritics: ἔμπαλιν Low diacritics: έμπαλιν Capitals: ΕΜΠΑΛΙΝ
Transliteration A: émpalin Transliteration B: empalin Transliteration C: empalin Beta Code: e)/mpalin

English (LSJ)

Adv., in Trag. and Prose freq. with Art., τὸ ἔμπαλιν or τοὔμπαλιν, τὰ ἔμπαλιν (as always in Hdt.) or τἄμπαλιν:—

   A backwards, back, κατὰ δ' ἔ. αὐτὸς ἔβαινε h.Merc.78; δεδορκώς Hes.Sc.145; ἐς τοὔ. δέδορκεν S.Ichn.113; πρόσωπον ἔ. στρέφοντα E.Hec.343; τοὔ. ὑποστρέψαντας X.An.6.6.38; τὰ ἔ. ἀπαλλάσσεσθαι Hdt.9.26; ἄπιμεν ἅπαντες τοὔ. X.An.1.4.15, etc.    b τὸ ἔ. καὶ ἀνάπαλιν as before and vice versa, Nech. ap. Vett.Val.154.28.    II contrariwise, the opposite way, τοὔ. σπεύδειν, κραίνειν, A.Pr.204, Ag.1424; λέγειν S.Tr. 358; ἀνατρέπειν ἔ. turn upside down, E.Ba.348; ἔ. ὑποδεῖσθαι to put on one's shoes contrariwise (i.e. on the wrong feet), Pl.Tht.193c; ἐκ τοὔ. ἤ . . from the opposite side to... Th.3.22.    2 c. gen., contrary to, τέρψιος, γνώμας ἔ., Pi.O.12.11, P.12.32; τὰ ἔ. πρήσσων τοῦ πεζοῦ doing the opposite thing to the army, Hdt.7.58; τἄ. τῶνδε the reverse of these things, A.Pers.223; τοὔ. πεσεῖν φρενῶν to be brought to the opposite opinion, E.Hipp.390; τοὔ. οὗ βούλονται X.Cyr.8.4.32; folld. by , Emp.100.20; γνώμην ἔχω τὰ ἔ. ἢ οὗτοι Hdt.1.207; ἤϊσαν τὰ ἔ. ἢ Λακεδαιμόνιοι Id.9.56.    3 on the contrary, Nic.Th.288, Ph. 1.264, Porph.Abst.1.44; f.l. for ἔμπολιν in S.OC637; τοὔ. on the other hand, Epicur.Ep.3p.63U.

German (Pape)

[Seite 810] 1) rückwärts, zurück; H. h. Merc. 78; δεδορκώς Hes. Sc. 145; εἰ δ' ἐχθρὰ τοῖς ἐχθροῖσιν ἔμπαλιν μέθες Soph. El. 637; Eur.; oft mit dem Artikel, τοὔμπαλιν od. εἰς τοὔμπαλιν ἔρχεσθαι, πορεύεσθαι u. ä., Xen. An. 1, 4, 15 u. öfter; ἡ ἔμπαλιν ὁδός, die Rückkehr, Luc. – 2) umgekehrt, im Gegentheil; τὸ ἔμπ. u. τὰ ἔμπ., das Gegentheil, das Entgegengesetzte; γνώμας, wider Erwarten, Pind. P. 12, 32; τέρψιος Ol. 12, 11; οἱ δὲ τοὔμπαλιν σπεύδοντες Aesch. Prom. 202; κραίνειν Ag. 1398; ἔμπαλιν λέγει, ganz entgegengesetzt dem Früheren, Soph. Tr. 357; ὥσπερ οἱ ἔμπ. ὑποδούμενοι, auf die verkehrte Art, d. h. den rechten Schuh auf den linken Fuß ziehen, Plat. Theaet. 193 c; mit folgendem ἤ, τὸ δὲ ἔμπαλιν ἢ σὺ ἤλπισας, γίγνεται Luc. merc. cond. 21; vgl. Empedocl. 261; Her. ἐγὼ γνώμην ἔχω τὰ ἔμπαλιν ἢ οὗτοι, ich habe die entgegengesetzte Ansicht von diesen, 1, 207. 9, 56; τοὔμπαλιν οὗ βούλονται ἐφέλκεσθαι Xen. An. 8, 4, 32, wie Pol. 1, 14, 3; Maxim. Tyr. auch mit dem dat.; – ἐκ τοὔμπαλιν, von der entgegengesetzten Seite, Thuc. 3, 22. – 3) wiederum, wieder; ἄλλοτε μὲν χροιῇ ἴκελος, ὁτὲ δ' ἔμπαλιν αἰθός Nic. Th. 288; a. Sp.; vgl. Luc. conscr, hist. 23.

Greek (Liddell-Scott)

ἔμπᾰλιν: ἐπίρρ., παρ’ Ἀττ. καὶ πεζολόγοις συχνάκις μετὰ τοῦ ἄρθρου, τὸ ἔμπαλιν ἢ τοὔμπαλιν, τὰ ἔμπαλιν (ὡς ἀείποτε παρ’ Ἡροδ.) ἢ τἄμπαλιν: - πρὸς τὰ ὀπίσω, ἔμπαλιν βαίνειν Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 78· δεδορκὼς Ἡσ. Ἀσπ. 145· στρέφειν, ὑποστρέφειν, κτλ., Ἀττ.· οὕτω, τὰ ἔμπ. ἀπαλλάσσεσθαι Ἡρόδ. 9. 26· εἰς τοὔμπαλιν ἀπιέναι Ξεν. Ἀν. 1. 4, 15, κτλ. ΙΙ. τὸ ἐναντίον, τὸ ἀνάπαλιν, οἱ δὲ τοὔμπαλιν σπεύδοντες Αἰσχύλ. Πρ. 202· ἐὰν δὲ τοὔμπαλιν κραίνῃ θεὸς Ἀγ. 1424· λέγειν Σοφ. Τρ. 358· ἀνατρέπειν ἔμπ., ἀνατρέπειν τὰ ἄνω κάτω, Εὐρ. Βάκχ. 348· ἔμπ. ὑποδεῖσθαι, ὑποδεῖσθαι τὸ δεξιὸν ὑπόδημα εἰς τὸν ἀριστερὸν πόδα καὶ τἀνάπαλιν, Πλάτ. Θεαίτ. 193C· ἐκ τοὔμπαλιν, ἐκ τοῦ ἐναντίου μέρους, Θουκ. 3. 22. 2) μετὰ γεν., ἐναντίον πρός τι, τέρψιος, γνώμας ἔμπ. Πινδ. Ο. 12. 15, Π. 12 ἐν τέλει· τὰ ἔμπ. πρήσσειν τοῦ πεζοῦ, τὰ ἐναντία τοῦ πεζοῦ στρατεύματος, Ἡρόδ. 7. 58· τἄμπ. τῶνδε, τὰ ἐναντία τούτων, Αἰσχύλ. Πέρσ. 223· τοὔμπ. πεσεῖν φρενῶν, δηλ. περιπεσεῖν εἰς τὴν ἐναντίαν γνώμην, Εὐρ. Ἱππ. 390· τοὔμπ. οὗ βούλονται Ξεν. Κύρ. 8. 4, 32· ὡσαύτως ἑπομένου τοῦ ἤ, γνώμην ἔχω τὰ ἔμπ. ἢ οὗτοι Ἡρόδ. 1. 207· ἤϊσαν τὰ ἔμπ. ἢ Λακεδαιμόνιοι ὁ αὐτ. 9. 56. 3) τοὐναντίον (πρβλ. ἔμπολις) Σοφ. Ο. Κ. 637, ἴδε σημ. Jebb ἐν τόπῳ: - πάλιν, Νικ. Θηρ. 288.

French (Bailly abrégé)

ou avec l’art. τὸ ἔμπαλιν, τοὔμπαλιν ; τὰ ἔμπαλιν, τἄμπαλιν;
adv.
1 en arrière ; εἰς τοὔμπαλιν XÉN m. sign.
2 en sens contraire, à rebours ; ἐκ τοὔμπαλιν THC du côté opposé ; au rebours de, contrairement à, τινος ; ἔμπαλιν πεφυκέναι τῶν ἄλλων ποταμῶν HDT être d’une nature contraire à celle des autres fleuves ; τὸ ἔμπαλιν ἤ LUC, τὰ ἔμπαλιν ἤ HDT contrairement à ce que, tout autrement que.
Étymologie: ἐν, πάλιν.

English (Slater)

ἔμπᾰλιν prep. c. gen.,
   1 opposite, contrary to πολλὰ δ' ἀνθρώποις παρὰ γνώμαν ἔπεσεν, ἔμπαλιν μὲν τέρψιος (O. 12.11) ἀλλ' ἔσται χρόνος οὗτος, ὃ καί τιν ἀελπτίᾳ βαλὼν ἔμπαλιν γνώμας τὸ μὲν δώσει, τὸ δοὔπω (P. 12.32)

Spanish (DGE)

(ἔμπᾰλιν) • Alolema(s): ἔμπαλι Orph.H.73.5, AP 7.421 (Mel.), 12.5 (Strat.), Orac.Sib.4.184, Q.S.13.540
adv., frec. c. art. τὸ ἔμπαλιν, τοὔμπαλιν, τὰ ἔμπαλιν, τἄμπαλιν
I de lugar, c. verb. de mov. y estado hacia atrás κατὰ δ' ἔ. αὐτὸς ἔβαινε h.Merc.78, ἔ. ... δεδορκώς mirando hacia atrás Hes.Sc.145, τὰ ἔ. ... ἀπαλλάσσεσθαι volver sobre sus pasos Hdt.9.26, πρόσωπον ἔ. στρέφοντα E.Hec.343, τοὔμπαλιν ὑποστρέψαντες X.An.6.6.38, ἄπιμεν μὲν ἅπαντες τοὔμπαλιν X.An.1.4.15, fig. εἰ δ' ἐχθρά (las visiones), τοῖς ἐχθροῖσιν ἔ. μέθες si son hostiles, hazlas recaer en mis enemigos S.El.647
c. prep. εἰς τοὔμπαλιν δέδορκεν S.Fr.314.119
c. subst. ἡ ἔμπαλιν ὁδός el camino de vuelta Luc.Am.32.
II gener. c. verb. de acción, lengua, etc.
1 en sentido contrario, al contrario, al revés ἐὰν δὲ τοὔμπαλιν κραίνῃ θεός A.A.1424, ἔ. λέγειν decir lo contrario S.Tr.358, οἱ ἔ. ὑποδούμενοι Pl.Tht.193c
c. subst. ἡ ἔ. (θύρα) la (puerta) de atrás Luc.Merc.Cond.42.
2 c. rég. casual o c. ἤ, expresando una oposición o diferencia contrario a, al contrario de
a) c. gen. ἔ. ... τέρψιος Pi.O.12.11, ἔ. γνώμας Pi.P.12.32, τὰ ἔ. πρήσσων τοῦ πεζοῦ haciendo lo contrario del ejército Hdt.7.58, τἄμπαλιν δὲ τῶνδε lo contrario de esto A.Pers.223, τοὔμπαλιν οὗ βούλονται lo contrario de lo que quieren X.Cyr.8.4.32, τοὔμπαλιν πεσεῖν φρενῶν cambiar de opinión E.Hipp.390, τὰ ἔ. πεφυκέναι τῶν ἄλλων ποταμῶν ser de naturaleza contraria a la de los otros ríos Hdt.2.19;
b) seguido de ἤ: ἔχω γνώμην ... τὰ ἔ. ἢ οὗτοι Hdt.1.207, ἔμπαλιν ἢ πρίν al contrario que antes Emp.B 100.20, ἤισαν τὰ ἔ. ἢ Λακεδαιμόνιοι tomaron una dirección opuesta a la de los lacedemonios Hdt.9.56, ἐκ τοὔμπαλιν ἤ ... desde el lado opuesto a Th.3.22.
3 en una correlación, expresando oposición por el contrario οἳ μὲν θέλοντες ..., οἳ δὲ τοὔμπαλιν σπεύδοντες unos querían ..., otros, por el contrario, se afanaban ... A.Pr.202, χώρᾳ δ' ἔμπαλιν κατοικιῶ por el contrario lo instalaré en el país como ciudadano S.OC 637, οἱ μὲν ἀξίοι ... οἱ δὲ ἔ. ἀνίεροι Ph.1.264, cf. Orph.H.73.5, cf. AP 7.421 (Mel.), τὰ δ' ἔ. ἐξανατέλλειν Emp.B 61.2, cf. B 65, ἔ. δὲ κατορθοῦν τοῖς σπουδαίοις por el contrario, rectificar es propio de los virtuosos Porph.Abst.1.44, cf. Amph.Seleuc.50, οἱ μὲν ... εὐτυχεῖς ... οἱ δ' ἔ. los unos afortunados, los otros lo contrario Luc.IConf.8, τοῖς μὲν ὀρθῶς ... τοῖς δ' ἀτάκτως τοὔμπαλιν Mnesith.Ath.41.3.
4 reforzando una oposición, sin sent. neg. por otro lado, por otra parte στέργω δ' ἔ. τοὺς μέλανας AP 12.5 (Strat.), ἄλλοτε μὲν χροιῇ ψολόεις, ὁτὲ δ' ἔ. αἰθός Nic.Th.288, τῷ μὲν ἀγαθῷ ... ὡς κακῷ, τῷ δὲ κακῷ τοὔμπαλιν ὡς ἀγαθῷ Epicur.Ep.[4] 130, οὐ μὴν τὸ ἔ. Porph.Sent.32, cf. Q.S.13.540, Hsch.
III de tiempo de nuevo κρίνων ἔ. κόσμον Orac.Sib.4.184, cf. 5.477, τὸ ἔμπαλιν καὶ ἀνάπαλιν una y otra vez Vett.Val.146.26.

Greek Monolingual

ἔμπαλιν (AM) (Α και ἔμπαλι)
1. αντίθετα, τουναντίον
2. εναντίον κάποιου, αντίθετα σε κάτιἔμπαλιν γνώμας», Πίνδ.)
αρχ.
1. (συχνά με άρθρ., τὸ ἔμπαλιν και τοὔμπαλιν) προς τα πίσωπρόσωπον ἔμπαλιν στρέφοντα», Ευρ.)
2. αντίστροφα
3. πάλι («ἄλλοτέ μεν χροιῇ ἴκελος, ὁτὲ δ' ἔμπαλιν αἰθός»).

Greek Monotonic

ἔμπᾰλιν: (ἐν), επίρρ.,
I. στον Αττ. και πεζό λόγο συχνά μαζί με άρθρο, τὸ ἔμπαλιν ή τοὔμπαλιν, τὰ ἔμπαλιν ή τἄμπαλιν· προς τα πίσω, πίσω, όπισθεν, ανάποδα, σε Ύμν. Ομηρ., Ησίοδ. κ.λπ.
II. αντιθέτως, σε αντίθετη κατεύθυνση, αντίστροφα, ἐκ τοὔμπαλιν, από την αντίθετη πλευρά, σε Θουκ.
2. με γεν., αντίθετα προς, αντιστρόφως, σε Ηρόδ.· τοὔμπ. οὗ βούλονται, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἔμπᾰλῐν: adv. (тж. τὸ ἔ. - in crasi τοὔμπαλιν, τὰ ἔ. - in crasi τἄμπαλιν и εἶς τοὔμπαλιν)
1) обратно, назад (βαίνειν HH; ἔρχεσθαι Xen.): ἡ ἔ. ὁδός Luc. обратный путь;
2) наоборот (λέγειν Soph.): Ἀθηναῖοι ἤϊσαν τὰ ἔ. ἢ Λακεδαιμόνιοι Her. афиняне пошли в направлении, противоположном тому, которое избрали лакедемоняне; ἔκ τοὔμπαλιν Thuc. с противоположной стороны: ἔ. ὑποδεῖσθαι Plat. перепутать сапоги при обувании; τοὔμπαλιν οὗ βούλονται Xen. обратное тому, чего они хотят; τὸ ἔ., ἢ σὺ ἤλπισας, γίγνεται Luc. происходит не то, на что ты надеялся, а как раз наоборот; τὰ ἔ. πεφυκέναι τῶν ἄλλων Her. быть прямой противоположностью другим; τοὔμπαλιν πεσεῖν φρενῶν Eur. прийти к противоположному мнению; ἀνατρέψαι ἔ. Eur. перевернуть вверх дном.

Middle Liddell

[ἐν]
I. adv., in attic and Prose often with the Art., τὸ ἔμπαλιν or τοὔμπαλιν, τὰ ἔμπαλιν or τἄμπαλιν, backwards, back, Hhymn., Hes., etc.
II. contrariwise, the opposite way, ἐκ τοὔμπαλιν from the opposite side, Thuc.
2. c. gen. contrary to, Hdt.; τοὔμπ. οὗ βούλονται Xen.