Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξορία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἐξορία Medium diacritics: ἐξορία Low diacritics: εξορία Capitals: ΕΞΟΡΙΑ
Transliteration A: exoría Transliteration B: exoria Transliteration C: eksoria Beta Code: e)cori/a

English (LSJ)

ἡ,

   A v. ἐξόριος.

German (Pape)

[Seite 887] ἡ, das Exil, Sp. S. ἐξόριος.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξορία: ἡ, ἴδε ἐν λ. ἐξόριος.

Greek Monolingual

η (AM ἐξορία) εξόριος
1. αποπομπή κάποιου και αναγκαστική διαβίωση έξω από τα σύνορα της πατρίδας του, απέλαση
2. απομακρυσμένος και αφιλόξενος τόπος
νεοελλ.
1. εκτόπιση, εξαναγκασμός από τις αρχές να εγκαταλείψει κάποιος τον τόπο κατοικίας του και να ζει με επιτήρηση σε άλλη περιοχή μέσα στα σύνορα της πατρίδας του
2. φρ. «ζει στην εξορία του Αδάμ» — ζει σε απομακρυσμένο και αφιλόξενο μέρος.