Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιβαρύνω

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐπιβαρύνω Medium diacritics: ἐπιβαρύνω Low diacritics: επιβαρύνω Capitals: ΕΠΙΒΑΡΥΝΩ
Transliteration A: epibarýnō Transliteration B: epibarynō Transliteration C: epivaryno Beta Code: e)pibaru/nw

English (LSJ)

A press heavily on the enemy, App.Mith.25.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 928] = ἐπιβαρέω, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιβᾰρύνω: ἐπίκειμαι βαρὺς κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, Ἀππ. Μιθρ. 25:- οὕτως ἐν τῷ Μέσῳ, Βασίλ. τ. 2, σ. 487Α.

Greek Monolingual

(AM ἐπιβαρύνω) βαρύνω
πιέζω με πρόσθετο βάρος
νεοελλ.
1. επιβάλλω ενοχλητική υποχρέωση ή δέσμευση («θα επιβαρυνθώ με πρόσθετα έξοδα»)
2. (για κατάσταση) καταπιέζω («η νέα φορολογία επιβαρύνει τον λαό»)
3. επιδεινώνω, χειροτερεύω («με την απολογία του επιβάρυνε τη θέση του»)
αρχ.
ασκώ έντονη, βαριά πίεση πάνω σε κάποιον.