Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴφιος

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ἴφιος Medium diacritics: ἴφιος Low diacritics: ίφιος Capitals: ΙΦΙΟΣ
Transliteration A: íphios Transliteration B: iphios Transliteration C: ifios Beta Code: i)/fios

English (LSJ)

[ῑφ], α, ον, Ep.Adj., freq. in Hom., but only in phrase ἴ. μῆλα

   A fat, goodly sheep, Il.5.556,al., cf. D.P.753, etc.

German (Pape)

[Seite 1275] (ἶφι), stark, kräftig; bei Hom. ἴφια μῆλα, die starken, wohlgenährten Schaafe; wunderlich Hesych. ἀπὸ τοῦ ἰέναι σφοδρῶς ἢ σκιρτᾶν, E. M. ἰσχυροποιὰ τῶν ἐσθιόντων, Suid. ἰσχυρῶς βαδίζοντα.

Greek (Liddell-Scott)

ἴφιος: -α, -ον, (ἶφι) Ἐπικ. ἐπίθ., συχν. παρ’ Ὁμ., ἀλλὰ μόνον ἐν τῇ φράσει ἴφια μῆλα, παχέα, εὐτραφῆ πρόβατα, Ἰλ. Ε. 556, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
dans la locut. ἴφια μῆλα IL troupeau de moutons forts, vigoureux.
Étymologie: ἶφι.

English (Autenrieth)

strong, fat, goodly, only ἴφια μῆλα.

Greek Monolingual

ἴφιος, -ία, -ον (Α)
1. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἴφιον
ίφι (II)
2. φρ. «ἴφια μῆλα» — ευτραφή πρόβατα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ἴφιον (τὸ) είναι παράλληλος της λ. ἶφι (II) «μέτρο χωρητικότητας». Το ἴφιος, με τη δεύτερη σημ. < ἶφι «ισχυρά»].

Greek Monotonic

ἴφιος: -α, -ον (ἶφι), παχύς, ευτραφής, λέγεται για πρόβατα, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

ἴφιος: (ῑφ) сильный, крупный, тучный, упитанный (только в выраж. ἴφια μῆλα Hom.).

Frisk Etymological English

Meaning: strong
See also: s. 1. ἴς.

Middle Liddell

ἴφιος, η, ον [ἶφι]
stout, fat, goodly, of sheep, Hom.

Frisk Etymology German

ἴφιος: {íphios}
Meaning: kräftig
See also: s. 1. ἴς.
Page 1,745