Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴφιος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἴφιος Medium diacritics: ἴφιος Low diacritics: ίφιος Capitals: ΙΦΙΟΣ
Transliteration A: íphios Transliteration B: iphios Transliteration C: ifios Beta Code: i)/fios

English (LSJ)

[ῑφ], α, ον, Ep.Adj., freq. in Hom., but only in phrase ἴ. μῆλα

   A fat, goodly sheep, Il.5.556,al., cf. D.P.753, etc.

German (Pape)

[Seite 1275] (ἶφι), stark, kräftig; bei Hom. ἴφια μῆλα, die starken, wohlgenährten Schaafe; wunderlich Hesych. ἀπὸ τοῦ ἰέναι σφοδρῶς ἢ σκιρτᾶν, E. M. ἰσχυροποιὰ τῶν ἐσθιόντων, Suid. ἰσχυρῶς βαδίζοντα.

Greek (Liddell-Scott)

ἴφιος: -α, -ον, (ἶφι) Ἐπικ. ἐπίθ., συχν. παρ’ Ὁμ., ἀλλὰ μόνον ἐν τῇ φράσει ἴφια μῆλα, παχέα, εὐτραφῆ πρόβατα, Ἰλ. Ε. 556, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
dans la locut. ἴφια μῆλα IL troupeau de moutons forts, vigoureux.
Étymologie: ἶφι.

English (Autenrieth)

strong, fat, goodly, only ἴφια μῆλα.

Greek Monolingual

ἴφιος, -ία, -ον (Α)
1. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἴφιον
ίφι (II)
2. φρ. «ἴφια μῆλα» — ευτραφή πρόβατα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ἴφιον (τὸ) είναι παράλληλος της λ. ἶφι (II) «μέτρο χωρητικότητας». Το ἴφιος, με τη δεύτερη σημ. < ἶφι «ισχυρά»].

Greek Monotonic

ἴφιος: -α, -ον (ἶφι), παχύς, ευτραφής, λέγεται για πρόβατα, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

ἴφιος: (ῑφ) сильный, крупный, тучный, упитанный (только в выраж. ἴφια μῆλα Hom.).

Frisk Etymological English

Meaning: strong
See also: s. 1. ἴς.

Middle Liddell

ἴφιος, η, ον [ἶφι]
stout, fat, goodly, of sheep, Hom.

Frisk Etymology German

ἴφιος: {íphios}
Meaning: kräftig
See also: s. 1. ἴς.
Page 1,745