Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὄβριμος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὄβρῐμος Medium diacritics: ὄβριμος Low diacritics: όβριμος Capitals: ΟΒΡΙΜΟΣ
Transliteration A: óbrimos Transliteration B: obrimos Transliteration C: ovrimos Beta Code: o)/brimos

English (LSJ)

ον, also α, ον E.Or.1454 (lyr.) :—

   A strong, mighty, epith. of Ares, Il.5.845, al. ; of Achilles, 19.408 ; of Hector, 8.473 ; also of things, ὄ. ἔγχος 3.357, etc. ; ἄχθος Od.9.233 ; θυρεός, λίθος, ib.241, 305 ; ὕδωρ Il.4.453 ; ἐβρόντησε ὄβριμον he thundered mightily, Hes.Th. 839 ; ὄ. ἔργα deeds of might, Tyrt.11.27.—Ep. word, rare in Trag., ἄνδρες ὄ. A.Th.794 ; μῖσος ὄ. Id.Ag.1411(lyr.) ; Ἰδαία μᾶτερ ὀ. E. l. c. —The form ὄμβριμος is a freq. f.l., as in Il.5.845, al., Pi.O.4.8,P.9.27, A.Th.l. c. (Cf. βριμός· μέγας, χαλεπός, Hsch., to which ὄβριμος may be related as Ὀβριμώ [ῑ] Lyc.698 to Βριμώ, Ὀβριαρεύς to Βριαρεύς, EM 346.41, and Ὀβριάρεως to Βριάρεως ; cf. also βρίμη, βριμάομαι, βριαρός.)

German (Pape)

[Seite 289] ον (vgl. βριαρός, βρι-), bei Eur. Or. 1454 auch 3 Endgn, stark, kräftig, gewaltig; Ἄρης, Il. 5, 845 u. öfter; von Helden, wie Hektor, 8, 473, Achilleus, 19, 408; auch von leblosen Dingen, ἔγχος, 3, 357 u. öfter, u. ὕδωρ, 4, 453, das reißende Wasser, ὄβριμον ἄχθος ὕλης, die gewaltige Last, Od. 9, 233, θυρεός, λίθος, 241. 305; Hes. Theog. 148, der auch ὄβριμον ἐβρόντησε vrbdt, ib. 639; u. übertr., μῖσος ὄβριμον ἀστοῖς, Aesch. Ag. 1385; Ἰδαία μᾶτερ ὀβρίμα, Eur. Or. 1454; einzeln bei sp. D. – Vgl. auch ὄμβριμος.

Greek (Liddell-Scott)

ὄβρῐμος: -ον, ὡσαύτως η, ον, Εὐρ. Ὀρ. 1454· - ἰσχυρός, δυνατός, Ὁμηρ. ἐπίθετον τοῦ Ἄρεως, Ἰλ. Ε. 843, κτλ.· τοῦ Ἀχιλλέως. Τ. 408· τοῦ Ἕκτορος, Θ. 473· - ἀκολούθως ἐπὶ πραγμάτων, ὄβριμον ἔγχος Γ. 357, κτλ.· ἄχθος Ὀδ. Ι. 233· θυρεός, λίθος αὐτόθι 241, 305· ὕδωρ Ἰλ. Δ. 453· ὄβριμον ἐβρόντησε, ἰσχυρῶς ἐβρόντησεν, Ἡσ. Θ. 839· ὄβριμα ἔργα, ἔργα ἰσχύος, Τυρταῖ. 8 (7), 27. - Ἐπικ. λέξις σπανία παρὰ τοῖς Τραγ., ὄβρ. ἄνδρες Αἰσχύλ. Θήβ. 794· μῖσος ὄβρ. ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 1411· Ἰδαία μᾶτερ ὄβρ. Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ. - Ὁ τύπος ὄμβρῐμος εἶναι συχνὸν σφάλμα τῶν Ἀντιγραφέων, ὡς ἐν Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 145, Πινδ. Ο. 4. 12, ΙΙ. 11 (10). 31, Αἰσχύλ. Θήβ. ἔνθ’ ἀνωτ. (Ἐκ τοῦ βρι-, βριαρός, μετὰ προθετικοῦ ο, πρβλ. Ο, ο. ΙΙΙ· Ὀβριμὼ (δηλ. Περσεφόνη) ἀντὶ Βριμώ. Λυκόφρων 698· Ὀβριαρεὺς ἀντὶ Βριαρεύς, Ἐτυμολ. Μέγ. 346. 41· ὅθεν ὁ L. Dind. διορθοῖ Ὀβριάρεως, παρ’ Ἡσ. ἐν Θεογ. 217, 734).

French (Bailly abrégé)

ος ou η, ον :
fort, robuste, vigoureux.
Étymologie: ὀ- prosth., R. Βρι, être pesant, être fort ; cf. βρίθω, βριθύς, etc.

English (Autenrieth)

(βρίθω): heavy, ponderous; ἄχθος, θυρεόν, Od. 9.233, 241; then of persons, stout, mighty, Il. 15.112, Il. 19.408.

English (Slater)

ὄβρῐμος
   1 terrible ἑκατογκεφάλα Τυφῶνος ὀβρίμου (O. 4.7) κίχε νιν λέοντί ποτ' εὐρυφαρέτρας ὀβρίμῳ μούναν παλαίοισαν (P. 9.27)

Greek Monotonic

ὄβρῐμος: -ον και -η, -ον, κραταιός, δυνατός, ισχυρός, σε Ομήρ. Ιλ.· ουδ. ως επίρρ., ὄβριμον ἐβρόντησε, ήχησε δυνατή βροντή, σε Ησίοδ. (√ΒΡΙ, βριαρός, με πρόθημα ο).

Russian (Dvoretsky)

ὄβρῐμος:
1) могучий, мощный (Ἄρης, Ἀχιλλεύς, Ἓκτωρ Hom.);
2) огромный, тяжелый (λίθος, ἔγχος, ἄχθος Hom.);
3) бурный, неистовый (ὕδωρ Hom.; μῖσος Aesch.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: strong, mighty (Il.).
Other forms: (also ὄμβριμος with anticipation of the nasal; cf. Schwyzer 257 and below).
Compounds: As 1. member e.g. in ὀβριμο-πάτρη f. surname of Athena a.o. having a mighty father; on the formation Sommer Nominalkomp. 144 f. w. lit.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: With ὄβριμος one compares since long (Curtius 532 f. etc.) some words without initial ὀ- and with long stemvowel: βριμός μέγας, χαλεπός H., βριμάομαι χαλεπαίνω', Βριμώ f. surname of Hekate and Persephone a.o. (s. βρίμη), with further βρίθω, βριαρός. The shortness of the ι in ὄβριμος could have been taken from ἄλκιμος and other nearly synonymous adj., but the ὀ- gives serious problems: neither a prefix (Brugmann Grundr.2 II : 2, 817) nor a prothetic vowel (Meillet BSL 27, 129ff.) gives a solution; cf. Austin Lang. 17, 87. To be rejected Arbenz 24f. with Fay ClassRev. 11, 89 (to ὄμβρος); a not convincing Slavic combination (Pol. olbrzym giant from older obrzym) by Machek Zeitschr. für Slavistik 1 (1956) 38. -- Older lit. in Bq. - The variation ὀβρι-\/βρι- is prob. Pre-Greek (Furnée 246 etc.).

Middle Liddell

ὄβρῐμος, ον,
strong, mighty, Il.:—neut. as adv., ὄβριμον ἐβρόντησε he thundered mightily, Hes. [From βρι-, βριαρός, with ο prefixed.]

Frisk Etymology German

ὄβριμος: {óbrimos}
Forms: (auch ὄμβριμος mit Vorwegnahme des Nasals; vgl. Schwyzer 257 und unten)
Meaning: stark, gewaltig (ep. poet. seit Il.).
Composita : Als Vorderglied u.a. in ὀβριμοπάτρη f. Beiwort der Athena u.a. die einen gewaltigen Vater hat; zur Bildung Sommer Nominalkomp. 144 f. m. Lit.
Etymology : Mit ὄβριμος vergleicht man schon lange (Curtius 532 f. usw.) einige Worte ohne anlaut. ὀ- und mit langem Stammvokal: βριμός· μέγας, χαλεπός H., βριμάομαιχαλεπαίνω’, Βριμώ f. Bein. der Hekate und der Persephone u.a. (s. βρίμη), wozu noch βρίθω, βριαρός. Die Kürze des ι in ὄβριμος könnte nach ἄλκιμος und anderen sinnverwandten Adj. eingetreten sein, aber das ὀ- macht große Schwierigkeiten: weder ein Präfix (Brugmann Grundr.2 II : 2, 817) noch eine Vokalprothese (Meillet BSL 27, 129ff.) leuchtet recht ein; vgl. noch Austin Lang. 17, 87. Abzulehnen Arbenz 24f. mit Fay ClassRev. 11, 89 (zu ὄμβρος); eine nicht überzeugende slavische Kombination (poln. olbrzym Riese aus ält. obrzym) bei Machek Zeitschr. für Slavistik 1 (1956) 38. — Ältere Lit. bei Bq.
Page 2,345