ἀλαλύκτημαι
Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ → I've been nailed to the cross with the Anointed One. But I live, no longer as me; it's the Anointed One who lives in me! The life that I'm now living in the flesh, I'm living in the Faith of the son of God, who loved me and gave himself over for my sake. (Galatians 2:20)
English (LSJ)
[ᾰλᾰ], to be in anguish, be sore distressed, pf. formed by redupl. from ἀλυκτέω, οὐδέ μοι ἦτορ ἔμπεδον, ἀλλ' ἀ. Il.10.94.
Spanish (DGE)
v. 1 ἀλυκτέω.
German (Pape)
[Seite 89] perf. mit Präsensbed., ich bin in großer Sorge, Hom. einmal, Iliad. 10, 94.
French (Bailly abrégé)
v. ἀλυκτέω.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
ἀλαλύκτημαι ep. ind. perf. med. van ἀλυκτέω.
Russian (Dvoretsky)
ἀλᾰλύκτημαι: (ᾰλᾰ) [pf. pass. в знач. praes. к ἀλύσσω быть встревоженным, взволнованным, напуганным Hom.
Greek (Liddell-Scott)
ἀλαλύκτημαι: [ᾰλᾰ], πρκμ. σχηματισθεὶς δι’ ἀναδιπλασιασμοῦ ἐκ τοῦ ἀλυκτέω (ὡς τὸ ἀλάλημαι ἐκ τοῦ ἀλάομαι), ἅπαξ ἐν Ἰλ. (Κ. 94)· οὐδέ μοι ἀλλ’ ἀλαλύκτημαι, τεθορύβημαι, εἶμαι τεταραγμένος.
English (Autenrieth)
(cf. ἀλύω, ἀλύσκω): perf. w. pres. signification, am bewildered, Il. 10.94†.
Greek Monolingual
ἀλαλύκτημαι (Α)
είμαι ταραγμένος ανησυχώ, αδημονώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Παρακείμενος του ρ. ἀλυκτῶ].
Greek Monotonic
ἀλαλύκτημαι: [ᾰλᾰ], παρακ. που σχηματίστηκε με αναδιπλασ. από το *ἀλυκτέω, είμαι βαθιά ταραγμένος, σε Ομήρ. Ιλ.· πρβλ. ἀλυκτάζω.
Middle Liddell
[cf. ἀλυκτάζω.] [a perf. formed by redupl. from *ἀλυκτέω.]
to be sore distressed, Il.