φάσκω: Difference between revisions

From LSJ

ἄνθρωπός ἐστι πνεῦμα καὶ σκιὰ μόνον → human being is only a breath and a shadow, man is but a breath and a shadow

Source
(strοng)
(T22)
Line 24: Line 24:
{{StrongGR
{{StrongGR
|strgr=prolongation from the [[same]] as [[φημί]]; to [[assert]]: [[affirm]], [[profess]], [[say]].
|strgr=prolongation from the [[same]] as [[φημί]]; to [[assert]]: [[affirm]], [[profess]], [[say]].
}}
{{Thayer
|txtha=[[imperfect]] ἐφασκον; (ΦΑΩ, [[φημί]]); from [[Homer]] [[down]]; to [[affirm]], [[allege]], to [[pretend]] or [[profess]]: followed by the accusative [[with]] the infinitive, followed by an infinitive [[with]] a [[subject]] nominative, Romans 1:22.
}}
}}

Revision as of 18:11, 28 August 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: φάσκω Medium diacritics: φάσκω Low diacritics: φάσκω Capitals: ΦΑΣΚΩ
Transliteration A: pháskō Transliteration B: phaskō Transliteration C: fasko Beta Code: fa/skw

English (LSJ)

used by Ep. only in impf.

   A ἔφασκον Il.13.100; Ep. φάσκον Od.24.75, Hes.Th.209: freq. in Trag. and Com. (but perh. never in pres. indic., v. infr.): as impf. of φημί S.OT110, etc., also Ar. Ra.742; also imper. φάσκε E.Hel.1077, Arist.Rh.Al.1429a6; subj. φάσκω A.Ch.93, Ar.V.561 (anap.), Antipho 3.4.3, Lys.25.11, Is.10.11, PHal.1.134 (iii B. C.); opt. φάσκοιμι S.Aj.1037, D.30.27; inf. φάσκειν S.El.9, OT462, Ph.1411 (anap.), Ar.Ra.695 (troch.), X.Mem.1.2.52, al., Isoc.8.1; part. φάσκων IG12.66.6, E.HF1382 (the only part of the Verb used in Th. (3.70) and Pl. (R.337e, al.), exc. ἔφασκεν Id.Lg.901a):—Pass. is not found, ἐφάσκετ' is for ἐφάσκετε S.Ph.114. Rare in pres. indic. before iii B.C.: φάσκει Is.6.16 (φάσκοι Reiske, Wyse), PMich.Zen.82.6 (iii B. C.), PSI8.921.7 (ii A. D.), dub. in S.E.P. 1.17 (v.l. φάσκοι), Gal.15.35, Gp.9.14.2, Hsch.; φάσκεις PSI9.1011.10 (iii B. C.); φάσκουσι (ν) Aeschin.Ep.11.11, PCair.Zen.21.25, 244.5, al. (iii B. C.), Plu.Ant.86, Ath.10.429b, Gp.5.2.9, etc.; φάσκομεν is dub. cj. (for πάσχομεν) in Alex.146.4:—say, affirm, assert, c. acc. et inf., Od.4.191, 8.565, al.; φάσκειν as imper., in this constr., S.OT 462, Ph.1411 (anap.); οὐ φασκόντων χρήσειν saying they would not... Hdt. 3.58; οὐ φάσκων ἀνεκτὸν εἶναι Th.8.52; the inf. is freq. to be supplied, ἐν τῇδ' ἔφασκε γῇ (sc. εὑρεθήσεσθαι) S.OT110; φησίν γε· φάσκων δ' (sc. ἥξειν) Id.El.319; τῶν φασκόντων γονέων (sc. εἶναι) Pl. R.538a, etc.; rarely φ. ὡς... ὅτι . ., Mosch.2.12, Plu.2.215f: c. acc., τοῦτο φ. τοὔπος A.Ch.93, cf. E.HF1382, etc.: abs., ὡς ἔφασκεν S.OT 114; φάσκουσα καὶ οὐ φάσκουσα Pl.Tht.190a.    2 think, deem, expect, ὃ οὔ ποτ' ἔγωγε τελευτήσεσθαι ἔφασκον Il.13.100; οὔ μ' ἐφάσκεθ' . . οἴκαδ' ἱκέσθαι Od.22.35; φάσκειν . . ὁρᾶν believe that you see, S.El.9.    3 say, promise, c. inf. fut., με . . ἔφασκε θήσειν ἀθάνατον Od.7.256; φάσκων προσποιήσειν αὐτήν Th.2.85, cf. Pl.Ion541e.

German (Pape)

[Seite 1258] = φημί, sagen, bes. ja sagen, bejahen, behaupten, u. ohne Worte, glauben, meinen; öfters bei Hom., bes. Od., aber nur im impf., mit u. ohne Augment, Νέστωρ φάσχ' ὁ γέρων Od. 4, 191, u. sonst; auch c. inf. fut., ἔφασκον θήσειν ἀθάνατον Od. 5, 135, wie θαῦμα, ὃ οὔποτ' ἔγωγε τελευτήσεσθαι ἔφασκον Il. 13, 100; ἢ τοῦτο φάσκω τοὔπος; Aesch. Ch. 91; c. inf. fut. 274; Soph. öfters u. Eur.; Ar. Th. 502 u. öfter; u. in Prosa: οὐ φάσκειν, leugnen, Her. 3, 58; Thuc. 2, 85. 3, 70; φάσκων τὴν ἀλήθειαν διώκειν Plat. Gorg. 482 e; καὶ φάσκουσα καὶ οὐ φάσκουσα Theaet. 190 a; oft auch mit der Nebenbdtg prahlen, Xen. Cyr. 1, 6,12.

Greek (Liddell-Scott)

φάσκω: ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. καὶ Ἡσ. μόνον ἐν τῷ παρατατ. ἔφασκον, Ἐπικ. φάσκον Ὅμ.· τὸ δὲ ἔφασκον εἶναιτύπος ὁ συνηθέστερος παρ’ Ἀττ. ποιηταῖς, οὕτως ὥστε πράγματι κατέστη παρατατ. τοῦ φημί· ― ὡσαύτως ἡ ὑποτ., ἀπαρέμφ. καὶ μετοχ. τοῦ ἐνεστ. τοῦ φημὶ παραλαμβάνονται ἐκ τοῦ φάσκω (ἴδε ἐν λ. φημί) πλὴν τούτου εὑρίσκομεν παρ’ Ἀττ. προστ. φάσκε, Εὐρ. Ἑλ. 1083, Ἀριστ. Ρητ. πρ. Ἀλέξ. 8. 14· ὑποτ. φάσκω, Αἰσχύλ. Χο. 93, Ἀριστοφ. Σφ. 561, Λυσίας 172. 14, Ἰσαῖ. 80. 38· εὐκτ. φάσκοιμι Σοφ. Αἴ. 1037, Δημ. 871. 9· ἀπαρ. φάσκειν, Σοφ. Ἠλ. 9, Ο. Τ. 462, Φιλοκτ. 1411, Ἀριστοφ. Βάτρ. 695, Ἰσοκρ. 159Α· μετοχ. φάσκων, Τραγικ.· καὶ οὗτος εἶναιμόνος τύπος τοῦ ῥήματος ὁ ἐν χρήσει παρὰ Θουκ., Ξεν., καὶ Πλάτ. πλὴν τοῦ ἔφασκεν ἐν Νόμ. 901Α. ― Παθ., ἐφάσκετο Σοφ. Φιλ. 114. ― Τὰ παραδείγματα τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεστ. εἶναι ὀλίγα: φάσκει ἀπαντᾷ παρ’ Ἰσαίῳ 58. 1, Σέξτ. Ἐμπ. π. Π. 1. 17· φάσκουσι ἐν Αἰσχίν. Ἐπιστ. 11. 11, ἐν Ἀθην. 429Β, ἐν Πλουτ. Ἀντων. 86, κλπ. (ἐν Πλάτ. Φαίδωνι 115C. ἀντὶ τοῦ φάσκουσι ἐτέθη λέγουσι κατὰ διόρθωσιν ἐκ τῶν Ἀντιγράφων)· φάσκομεν εἶναι πιθανὴ εἰκασία (ἀντὶ πάσχομεν) παρὰ τῷ Ἀλέξιδι ἐν «Μάντεσιν» 1· πρβλ. Elmsl. εἰς Εὐρ. Ἡρακλ. 903, Veitch Irr. Verbs ἐν λέξ., καὶ ἴδε τὴν λ. φημί. (Περὶ τῆς ῥίζης ἴδε φάω). Ὡς τὸ φημί, λέγω, βεβαιῶ, διαβεβαιῶ συχνάκις μετὰ τῆς ἐννοίας τοῦ ἰσχυρίζεσθαι, προσποιεῖσθαι ἢ προφασίζεσθαι, ἡ ὁποία φυσικῶς ἁρμόζει εἰς τὸν παρατατ.· ― μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., Ὀδ. Δ. 191, Θ. 565, κ. ἀλλ.· τὸ ἀπαρ. φάσκειν εὕρηται ὡς προστακτ., φάσκειν ἐμ’ ἤδη μαντικῇ μηδὲν φρονεῖν Σοφ. Ο. Τ. 462, Φιλ. 1411· ― οὐ φασκόντων χρήσειν, λεγόντων ὅτι δὲν θά..., Ἡρόδ. 3. 58· οὐ φάσκων ἀνεκτὸν εἶναι Θουκ. 8. 52· τὸ ἀπαρέμφ. συχνάκις πρέπει νὰ νοηθῇ ἐν τῇδ’ ἔφασκε γῇ (ἐξυπακ. εὑρεθήσεσθαι) Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 110· φησίν γε· φάσκων δ’ (ἐξυπακ. ἥξειν) ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 319· τῶν φασκόντων γονέων (ἐξυπακ. εἶναι) Πλάτ. Πολιτ. 538Α, κλπ.· σπανίως, φ. ὡς..., ὅτι..., Μόσχ. 2. 12, Πλούτ. 2. 215Ε· ― μετ’ αἰτ., φ. ἔπος Αἰσχύλ. Χο. 93, πρβλ. Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1382, κλπ.· ― ἀπολ., ὡς ἔφασκεν Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 114· φάσκουσα καὶ οὐ φάσκουσα Πλάτ. Θεαίτ. 190Α. 2) συχνάκις μεταβαίνει εἰς τὴν σημασίαν τοῦ νομίζω, στοχάζομαι, προσδοκῶ, ἐλπίζω, ὅ οὔ ποτ’ ἔγωγε τελευτήσεσθαι ἔφασκον Ἰλ. Ν. 100· οὔ μ’ ἐφάσκετ’... οἴκαδ’ ἱκέσθαι Ὀδ. Χ. 35· φάσκειν... ὁρᾶν Σοφ. Ἠλ. 9. 3) ὑπισχνοῦμαι, μετ’ ἀπαρ. μέλλ., τὸν μέν... ἔφασκον θήσειν ἀθάνατον Ὀδ. Ε. 135· φάσκων προσποιήσειν αὐτὴν Θουκ. 2. 85, πρβλ. Πλάτ. Ἴωνα 541Ε.

French (Bailly abrégé)

Act. seul. prés. et impf. ; Pass. seul. impf.
1 dire, déclarer : τι qch;
2 dire oui, dire affirmativement, affirmer ; οὐ φάσκειν THC nier;
3 p. ext. être d’avis, penser, croire.
Étymologie: R. Φα, dire ; v. φημί.

English (Autenrieth)

(φημί), ipf. ἔφασκον: declare, promise, think, cf. φημί.

English (Strong)

prolongation from the same as φημί; to assert: affirm, profess, say.

English (Thayer)

imperfect ἐφασκον; (ΦΑΩ, φημί); from Homer down; to affirm, allege, to pretend or profess: followed by the accusative with the infinitive, followed by an infinitive with a subject nominative, Romans 1:22.