Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βιβάζω

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: βιβάζω Medium diacritics: βιβάζω Low diacritics: βιβάζω Capitals: ΒΙΒΑΖΩ
Transliteration A: bibázō Transliteration B: bibazō Transliteration C: vivazo Beta Code: biba/zw

English (LSJ)

fut. βιβάσω, Att. βιβῶ, with part.

   A βιβῶν S.OC381, (δια-) Pl.Lg.900c, D.23.157, (ἐμ-) X.An.5.7.8, (προσ-) Ar.Av.426, Pl. Phdr.229e (but διαβιβάσοντες codd. in X.An.4.8.8, 5.2.10): aor. ἐβίβασα (ἀν-) Id HG4.5.3, (ἀπ-) Pl.Grg.511e:—Med., pres. (ἀνα-) Th.7.33: fut. βιβάσομαι, Att. βιβῶμαι (ἀνα-) Amips.30, Aeschin.2.146, D.19.310, but ἀναβιβάσομαι codd. in And. 1.148, Lys.18.24: aor. ἐβιβασάμην (ἀν-) Th.7.35, Lys.20.34, etc.:—Pann., fut. βιβασθήσομαι (δια-) D.S. 13.81 : aor. βιβασθείς Arist.HA577a30: pf. βεβίβασται (συμ-) S.E. M.7.283 :—causal of βαίνω, mostly used in compds., cause to mount, exalt, πρὸς οὐρανὸν βιβῶν S.OC381: simply, cause to go, μή με τᾶσδ' ἐξ ὁδοῦ βίβαζε Id.Ichn.368.    II of animals, put the female to the male, Alc.Com.18, Arist. HA573b7; also of the male, Horap.1.48:—Pass., of the female, Arist. HA577a29, LXXLe.18.23.

German (Pape)

[Seite 444] gehen lassen, πρὸς οὐρανὸν βιβῶν (fut.) Soph. O. C. 381; – bespringen lassen, Arist. H. A. 6, 19; Plut. Lyc. 15 = bespringen; pass., Arist. H. A. 6, 23 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

βιβάζω: μέλλ. βιβάσω, Ἀττ. βιβῶ Σοφ. Ο. Κ. 381, (δια-) Πλάτ. Νόμ. 900C, Δημ. 672. 13, (ἐμ-) Ξεν. Ἀν. 5. 7, 8, (προσ-) Ἀριστοφ. Ὄρν. 426, Πλάτ. (ὁπόθεν ὁ Dind. διορθοῖ διαβιβάσοντες ἐν Ξεν. Ἀν. 4. 8, 8., 5. 2, 10)· ἀόρ. ἐβίβασα (ἀν-) Ξεν. Ἑλλ. 4. 5, 3, (ἀπ-) Πλάτ. Γοργ. 511Ε. – Μέσ., ἐνεστ. (ἀνα-) Θουκ. 3. 33· μέλλ. βιβάσομαι, Ἀττ. βιβῶμαι (ἀνα-) Ἀμειψ. ἐν Ἀδήλ. 10, Αἰσχίν. 47. 33, Δημ., (ὁπόθεν πιθ. ἀναβιβάσομαι παρ’ Ἀνδοκ. 19. 18, Λυσ. 151. 28 πρέπει νὰ διορθωθῶσιν)· ἀόρ. ἐβιβασάμην (ἀν-) Θουκ. 7. 35, Λυσ. 161. 9, κτλ. – Παθ., μέλλ. βιβασθήσομαι (δια-) Διόδ. 13. 81· ἀόρ. βιβασθεὶς Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 6. 23, 3· πρκμ. βεβίβασται (συμ-) Σέξτ. Ἐμπ. Μ. 7. 283. Μεταβ. τοῦ βαίνω, τὸ πλεῖστον ἐν χρήσει ἐν συνθέτοις (ἴδε ἀνωτ.) κάμνω τινὰ νὰ ἀναβῇ, ἐγείρω, ἐξυψῶ, πρὸς οὐρανὸν βιβῶν Σοφ. Ο. Κ. 381. ΙΙ. ἐπὶ ζῴων, ἀναβιβάζω τὸ ἄρρεν ἐπὶ τὸ θῆλυ, Ἀλκαῖ. Κωμ. Καλλ. 2, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 6. 18, 28. – Παθ., ἐπὶ τοῦ θήλεος, αὐτόθι 6. 23, 3, Ἑβδ.

French (Bailly abrégé)

seul. prés., f. part. βιβῶν, ao. ἐβίβασα;
Pass. seul. ao. part. βιβασθείς;
faire aller, faire monter : πρὸς οὐρανόν SOPH vers le ciel.
Étymologie: R. Βα, marcher, avec redoubl. ; cf. βαίνω.

Spanish (DGE)

• Morfología: [fut. part. βιβῶν S.OC 381]
1 hacer ir, conducir μή με τᾶσδ' ἐξ ὁδοῦ βίβαζε S.Fr.314.377
fig. exaltar τὸ Καδμείων πέδον ... πρὸς οὐρανόν S.l.c.
2 de anim. machos montar, cubrir dicho cóm. de pers., Alc.Com.18, (ὕν) θυῶσαν ... βιβάζειν Arist.HA 573b7, cf. 9, Ael.Dion.β 14, Plu.2.303a, Horap.1.48
en v. pas., de hembras ser cubierta, dejarse cubrir τεκοῦσα δὲ βιβάζεται ἑβδόμῃ ἡμέρᾳ Arist.HA 577a29, cf. LXX Le.18.23, βιβάζονται καὶ τίκτουσιν Str.15.1.43.
3 intr., tb. de anim. copular, Cyran.2.14.11.

• Etimología: Forma red. c. el suf. -ζω de la misma r. de βαίνω q.u.

Greek Monolingual

βιβάζω (Α) και βιβάζομαι (Μ)
μσν.
μπαίνω μέσα
αρχ.
1. ανυψώνω, ανεβάζω κάποιον ή κάτι
2. βάζω ζευγάρι ζώων μαζί για γονιμοποίηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. ενεστώτα του ρ. βαίνω, με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό, παρεκτεταμένος με το παραγωγικό επίθημα -ζω (πρβλ. και νεοελλ. βάζω και βγάζω].

Greek Monotonic

βῐβάζω: μέλ. βιβάσω, Αττ. βιβῶ, αόρ. αʹ ἐβίβασα — Μέσ. μέλ. βιβάσομαι, Αττ. βιβῶμαι, αόρ. αʹ ἐβιβασάμην, μτβ. του βαίνω, κάνω κάτι να ανέβει, εγείρω, εξυψώνω, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

βιβάζω:
1) возносить, поднимать (πρὸς οὐρανόν Soph.);
2) (о животных) случать (ὗν θυῶσαν, βιβάζεται ἡ ὄνος Arst.).

Frisk Etymological English

See also: s. βαίνω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βιβάζω βαίνω imperf. ἐβίβαζον, med. ἐβιβαζόμην ; fut. βιβάσω, Att. βιβῶ, ptc. βιβῶν, doen gaan; overdr.. πρὸς οὐρανὸν βιβῶν om (de roem) ten hemel te laten stijgen Soph. OC 381.

Middle Liddell


Causal of βαίνω, to make to mount, to lift up, exalt, Soph.

Frisk Etymology German

βιβάζω: {bibázō}
Forms: βιβάς, βιβάσθων, βιβάσκω
Grammar: v.
See also: s. βαίνω.
Page 1,235