Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βδέλλα

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: βδέλλᾰ Medium diacritics: βδέλλα Low diacritics: βδέλλα Capitals: ΒΔΕΛΛΑ
Transliteration A: bdélla Transliteration B: bdella Transliteration C: vdella Beta Code: bde/lla

English (LSJ)

ἡ, (βδάλλω)

   A leech, Hdt.2.68, Arist.IA709a29, Theoc.2.56, Nic.Al.500, LXX Pr.24.50 (30.15): metaph., β. σπιλάδων, of a fisherman, AP6.193 (Flacc.).    2 lamprey, Str.17.3.4.    II = βδέλλιον, J.AJ3.1.6, Peripl.M.Rubr.37, al., Edict.Diocl.32.54, Damocr. ap. Gal.14.129, PMag.Berol.1.286, PMag.Leid.V.12.24.

German (Pape)

[Seite 440] ἡ, Blutegel, Her. 2, 68; Theocr. 2, 54; σπιλάδων, der Fischer, Flacc. 3 (VI, 193). Bei Strab. XVII p. 826 Neunauge. Auch = βδέλλιον, Arr.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
sangsue, animal.
Étymologie: βδάλλω.

Spanish (DGE)

-ης, ἡ

• Alolema(s): lat. bidella Marcell.Emp.7.17, 8.14
I zool.
1 entom. sanguijuela, Hirudo medicinalis L., Hdt.2.68, Arist.IA 709a29, Theoc.2.56, Nic.Al.500, LXX Pr.30.15, Erot.29.11, Gal.8.265, Gloss.3.490
fig. de un pescador β. σπιλάδων sanguijuela de los acantilados, AP 6.193 (Flaccus), cf. Hsch.
2 ict. lamprea ἐν ποταμῷ ... γεννᾶσθαι βδέλλας ἑπταπήχεις Str.17.34
dud. κεφαλὴ [ὄ] φεως· βδέλλα PMag.12.408.
II bot. goma o resina aromática obtenida del Balsamodendrum africanum I.AI 3.28, Peripl.M.Rubri 37, Asclep. en Gal.13.341, DP 36.54, PMag.1.286, Hsch., Marcell.Emp.ll.cc., POxy.3765.36, 3766.92 (ambos IV d.C.).

• Etimología: Deriv. en -ιᾰ del mismo grupo expresivo que βδάλλω q.u. en grado pleno; para el sent. II v. βδέλλιον.

Greek Monolingual

και αβδέλλα, η (AM βδέλλα)
1. υδρόβιο σκουλήκι το οποίο χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικές αφαιμάξεις, βδέλλα η ιατρική
2. μικρό, πλατύ σκουλήκι, βδέλλα των πηγών, το οποίο ζει ως παράσιτο στον φάρυγγα, αν καταποθεί μαζί με το νερό
3. φρ. «μου ρουφά το αίμα σαν βδέλλα» — με εκμεταλλεύεται ή με βασανίζει
(πρβλ. «Ἔρως ἀνιηρέ, τί μευ μέλαν ἐκ χροὸς αἷμα ἐμφὺς ὡς λιμνᾱτις ἅπαν ἐκ βδέλλα πέπωκας;» Έρωτα σκληρέ, γιατί κόλλησες και ρούφηξες απ' το κορμί μου όλο το αίμα σαν βδέλλα της λίμνης; Θεόκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. βδέλλα σχηματίστηκε είτε από την απαθή βαθμίδα της ρίζας bdel- «βυζαίνω, θηλάζω» + (επίθημα) – ή -y∂2 είτε από ένα άγνωστο ριζικό όνομα. Ο τ. αβδέλλα με α- προθεματικό].

Greek Monotonic

βδέλλᾰ: ἡ, το φερώνυμο παράσιτο, σε Ηρόδ., Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

βδέλλα: ἡ червь-сосальщик, пиявка Her., Arst., Theocr., Anth.

Middle Liddell

[from βδάλλω
a leech, Hdt., Theocr.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βδέλλα -ης, ἡ βδάλλω bloedzuiger.