Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βρόγχος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: βρόγχος Medium diacritics: βρόγχος Low diacritics: βρόγχος Capitals: ΒΡΟΓΧΟΣ
Transliteration A: brónchos Transliteration B: bronchos Transliteration C: vrogchos Beta Code: bro/gxos

English (LSJ)

ὁ,

   A trachea, windpipe, Hp.Epid.5.68, Arist.Pr.900a13, Gal.UP7.11, etc.    2 generally, throat, Hp.Aph.6.37, Aret.SA1.6.    II gulp, draught, ψυχροῦ Apollon. ap. Arr.Epict.3.12.17.    III = βάτραχος, Hsch.

German (Pape)

[Seite 464] ὁ, 1) Kehle, Schlund, Luftröhre, Medic. – 2) der Schluck, Arr. Epict. 3, 12, 17.

Greek (Liddell-Scott)

βρόγχος: ὁ, ἡ τραχεῖα ἀρτηρία, Ἱππ. Ἀφ. 1257, Ἄριστ. Προβλ. 11. 11. ΙΙ. ῥούφημα, κατάποσις, «ῥουφιξιά», Ἀρρ. Ἐπίκτ. 3. 12, 17. (Πρβλ. βράγχος).

Greek Monolingual

ο (AM βρόγχος)
συνήθως στον πληθ. τμήμα του αναπνευστικού συστήματος, συνέχεια της τραχείας με δύο κύριους κλάδους και πλήθος αεροφόρους σωλήνες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθανώς συνδέεται με το βρόχω «καταπίνω, ρουφώ» (πρβλ. απρμφ. «βρόξαι
ροφήσαι», (Ησύχ.), βρόχθος «φάρυγγας» με ανερμήνευτο, πιθ. εκφραστικό, έρρινο ένθημα (-ν-). Με το μόρφημα βρογχ (ο) - (< βρόγχος) σχηματίστηκαν αρκετοί νεώτεροι ξένοι επιστημονικοί όροι, πολλοί από τους οποίους εισήλθαν κατόπιν και στην Ελληνική. Πρβλ. νεολατιν. bronchitis, γαλλ. bronchite (ελλ. βρογχίτιδα)
αγγλ. bronchography, γερμ. Bronchographie (ελλ. βρογχογραφία)
νεολατιν. bronchopneumonia, γαλλ. bronchopneumonie, γερμ. Bronchopneumonie (ελλ. βρογχοπνευμονία)
αγγλ. bronchoscope, γερμ. Bronchoskop (ελλ. βρογχοσκόπιο)
αγγλ. bronchospasm (ελλ. βρογχόσπασμος)
νεολατιν. bronchostenosis, γαλλ. bronchostenose, γερμ. Bronchostenose (ελλ. βρογχοστένωση)
γαλλ. bronchorragie (ελλ. βρογχορραγία)
νεολατιν. bronchorrhea, γαλλ. bronchorree (ελλ. βρογχόρροια)
γαλλ. bronchisme (ελλ. βρογχισμός)
γαλλ. bronchotomie, γερμ. Bronchotomie (ελλ. βρογχοτομία)
γαλλ. broncholithe (ελλ. βρογχόλιθος) κ.ά.
ΠΑΡ. βρόγχια
αρχ.
βρογχία
νεοελλ.
βρογχικός, βρογχίωμα.
ΣΥΝΘ. βρογχοκήλη
αρχ.
εξεκέβρογχος, στενόβρογχος.

Russian (Dvoretsky)

βρόγχος: ὁ дыхательное горло, трахея Arst., Plut.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: windpipe, throat (Hp.).
Derivatives: βρόγχια n. pl. bronchial tubes (Hp.), βρογχίη f. system of conducts connecting heart with liver (Hp., cf. ἀρτηρία), βρογχεῖον bronchial cartiledge (S.). - βρογχωτήρ neck-whole in agarment (J.; cf. τροπωτήρ - τροπός, Chantr. Form. 327f.). - Denom. βρογχιάζει καταπίνει H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Evidently connected with βρόξαι (q. v.) and βρόχθος. The nasal infix, which is unexplainable if the word is IE, is easily understood as Pre-Greek prenasalization. With βρόχθος - βρόγχος compare for the formation κόχλος - κόγχνη, μόχθος - μογέω. It is quite possible that βροχθ- has not a suffix, but another form of the root. Further βράγχος - βραχεὶν belongs to this group, with α\/ο variation.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βρόγχος -ου, ὁ [~ βρόχθος ?]
1. luchtpijp.
2. keel.

Frisk Etymology German

βρόγχος: {brógkhos}
Grammar: m.
Meaning: Luftröhre, Kehle (Hp., Arist. u. a.).
Derivative: Davon βρόγχια n. pl. Luftröhrenäste (Hp. u. a.), βρογχίη f. Röhrensystem zwischen Herz und Leber (Hp., vgl. ἀρτηρία), βρογχεῖον Luftröhrenknorpel (S. E.). — βρογχωτήρ Halsöffnung eines Kleids (J.; vgl. τροπωτήρ Ruderriemen = τροπός und die Sekundärbildungen auf -τήρ bei Chantraine Formation 327f.). — Denominativum βρογχιάζει· καταπίνει H.
Etymology : Vielleicht zu βρόξαι (s. d.), βρόχθος mit unerklärter Nasalinfigierung.
Page 1,269-270