Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βράγχος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: βράγχος Medium diacritics: βράγχος Low diacritics: βράγχος Capitals: ΒΡΑΓΧΟΣ
Transliteration A: bránchos Transliteration B: branchos Transliteration C: vragchos Beta Code: bra/gxos

English (LSJ)

ὁ,

   A hoarseness or sore throat causing hoarseness, Hp.VM 19 (pl.), al., Th.2.49: pl., Arist.Pr.860a30,37.    2 a disease in swine (either anthrax or foot-and-mouth disease), Id.HA603a31.    II βράγχος, τό, in pl., = βράγχια, Opp.H.1.160; but βράγχος, ὁ, in Ptol.Alm.8.1.

German (Pape)

[Seite 460] τό, im plur. = βράγχια, Opp. H. 1, 160; E. M.; vgl. Conon 33. ὁ, auch τό, Medic., Heiserkeit, Bräune, Thuc. 2, 49; Arist. H. A. 8, 21.

Greek (Liddell-Scott)

βράγχος: ὁ, «βραγχνάδα», ἢ κρυολόγημα τοῦ λαιμοῦ προξενοῦν «βραγχνάδαν», Ἰππ. Ἀρχ. Ἰατρ. 16, κτλ.. Θουκ. 2. 49, Ἀριστ. Ἰστ. Ζ. 8. 21, 1· πρβλ. κατάρροος. ΙΙ. βράγχος, τὁ, κατὰ πληθ., = βράγχια, Ὀππ. Ἁλ. 1. 160. (Συγγενές τῷ βρόγχος).

French (Bailly abrégé)

1ου (ὁ) :
enrouement.
Étymologie: DELG t. techn. sans étym.

Greek Monolingual

βράγχος, ο (Α)
βραχνάδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για εκφραστικό σχηματισμό και συγχρόνως όρο της τεχνικής ορολογίας, άγνωστης ετυμολ. Χωρίς ισχυρή βάση παραμένει ο συσχετισμός με τον αόρ. βραχείν
ηχήσαι, ψοφήσαι (Ησύχ.) (πρβλ. ήδη ομηρ. βράχε / έβραχε), λ. ονοματοποιημένη. Εμφανής είναι η σημασιολογική και μορφολογική σχέση της λ. με το βρόγχος (πρβλ. και λ. βράγχιον), ενώ είναι δυνατόν να συνδεθεί με το αρχ. ιρλ. brong (a) ide «βράχνιασμα» ή «βραχνός». Σημειώνεται ότι με το βράγχος συνδέεται και η μσν. -νεοελλ. λ. βραχνός, από αρχ. βραγχός «βραχνός» < βράγχος.

Greek Monotonic

βράγχος: ὁ, βραχνάδα ή κρυολόγημα του λαιμού που προκαλεί βραχνάδα, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

βράγχος: ὁ охриплость, хрипота Thuc., Arst.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: hoarseness, angina (Hp.),
Other forms: also βάραγχος (Hippon.), βράγχη f. (Xenocr.) id. and βραγχία ἡ περιτράχηλος ἀλγηδών H.
Derivatives: βραγχαλέος hoarse (Hp.), βραγχός id. (AP). - βραγχάω, βραγχιάω have a sore throat (Arist.); βραγχιάζοισθε πνίγοισθε H. - Separate βράγχια pl. gills of fishes, bronchial tubes, also βαράγχια, βαράχνια (Hdn.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: The resemblance with βρόγχος windpipe may have caused the transition of the meaning of βράγχια. Fur. 128 connects βραχώδης τραχύς H. and βρακίας τραχεῖς τόπους H. (and βαρακινῃ̃σιν ἀκάνθαις. σκόλοψι H.); this gives βρακ-\/βραχ-\/ βραγχ-, variations that are typical Pre-Gr. The aorist βραχεῖν rattle, clash (Johansson KZ 36, 345f.) may also be connected: produce a raw sound. The secondary vowel of βάραγχος (Schwyzer 278, 831) is phonetically easy, but also frequent in Pre-Gr. words (Fur. 378-385). - Outside Greek one adduces OIr. brong(a)ide hoarse (Fick 2, 186). -

Middle Liddell

[from βραγχός
hoarseness, or sore throat causing hoarseness, Thuc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βράγχος -ου, ὁ heesheid, keelpijn.

Frisk Etymology German

βράγχος: {brágkhos}
Forms: auch βάραγχος (Hippon.), βράγχη f. (Xenokr.) ib. und βραγχία· ἡ περιτράχηλος ἀλγηδών H.
Grammar: m.
Meaning: Heiserkeit, Bräune (Hp., Th., Arist. usw.),
Derivative: Ableitungen: βραγχαλέος heiser (Hp., vgl. Debrunner IF 23, 37, Chantraine Formation 255), βραγχώδης der Heiserkeit anheimgefallen (Hp.), auch βραγχός heiser (AP). — Daneben als Denominativum, evtl. als deverbatives Intensivum βραγχάω von Heiserkeit, Bräune angegriffen sein (Arist. usw.), auch βραγχιάω (Arist. u. a.; nach den Krankheitsverba auf -ιάω, nicht mit Schwyzer 732 von βράγχια); erweitert βραγχιάζοισθε· πνίγοισθε H. — Mit anderer Bedeutung βράγχια pl. Fischkiemen, Luftröhrenäste, auch βαράγχια, βαράχνια (Hdn., H.).
Etymology : Die semantische Berührung und formale Ähnlichkeit mit βρόγχος Luftröhre springt in die Augen; sie hat offenbar den Bedeutungsübergang bei βράγχια verursacht. Der Vergleich mit dem Aorist βραχεῖν rasseln, krachen (Johansson KZ 36, 345f.) läßt sich nicht näher begründen. Außerhalb des Griechischen scheint das sonst isolierte air. brong(a)ide heiser eine annehmbare Anknüpfung zu bieten (Fick 2, 186). — Zur Vokalentfaltung in βάραγχος usw. s. Schwyzer 278, 831 mit Lit.
Page 1,262