Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λεωργός

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: λεωργός Medium diacritics: λεωργός Low diacritics: λεωργός Capitals: ΛΕΩΡΓΟΣ
Transliteration A: leōrgós Transliteration B: leōrgos Transliteration C: leorgos Beta Code: lewrgo/s

English (LSJ)

όν, (Adv. λέως, ἔργον)

   A one who will do anything (cf. ῥᾳδιοῦργος, πανοῦργος), villainous, A.Pr.5; of actions, λεωργὰ κἀθέμιστα (fort. καὶ θεμιστά) Archil.88.3: Sup. -ότατος X.Mem.1.3.9, Ael.NA 16.5; cf. λεουργός, λιτουργός.

German (Pape)

[Seite 37] dem Volke was anthuend, oder das Volk machend, so heißt Prometheus bei Aesch. Prom. 4, oder besser, wie es bei Sp. gebraucht wird, = πανοῦργος (von λέως), der Alles thut, keinen Frevel scheu't, Bösewicht; Xen. vrbdt Mem. 1, 3, 9 θερμουργότατος u. λεωργότατος, wie ἐκδικώτατοι καὶ λεωργότατοι, Ael. H. A. 16, 5; – Archil. 6 sagt auch von den Thaten der Menschen λεωργὰ κἀθέμιστα; – Poll. 3, 134 führt die Form λεουργός aus Xen. an u. nennt das W. φορτικόν; λαοργός, ἀνόσιος, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

λεωργός: -όν, (ἐπίρρ. λέως, *ἔργω) ὁ ἕτοιμος νὰ πράξῃ τὰ πάντα, ὡς τὸ ῥᾳδιουργός, πανοῦργος, θρασύς, κακός, Αἰσχύλ. Πρ. 5· ἐπὶ πράξεων, λεωργὰ καὶ θεμιτά, ἔργα βίαια καὶ νόμιμα, Ἀρχίλ. 88· λεωργότατος Ξεν. Ἀπομν. 1. 3, 9, Αἰλ. π. Ζ. 16. 5· - πρβλ. λεουργός, λιτουργός.

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
scélérat, criminel ; audacieux, téméraire.
Étymologie: DELG λεῖος, ἔργον.

Greek Monolingual

λεωργός και λεουργός, -όν (Α)
1. ο ικανός να κάνει τα πάντα, πανούργος
2. (για πράξεις) βίαιος («λεωργὰ κἀθέμιστα», Αρχιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < λεῖος (βλ. λεωκόνητος) + -ουργός (< ἔργον)].

Greek Monotonic

λεωργός: -όν (επίρρ. λέως, *ἔργω), αυτός που είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα, δηλ. θρασύς, κακός, κατεργάρης, πανούργος, ραδιούργος, σε Αισχύλ.· λεωργότατος, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

λεωργός: λάω II] готовый на все, дерзновенный (sc. Προμηθεύς Aesch.; ἄνθρωπος Xen.).

Frisk Etymological English

Meaning: villain(ous), λέως (λείως) completely
See also: s. λεῖος.

Middle Liddell

λε-ωργός, όν [adv. λέως, *ἔργω
one who will do anything, i. e. audacious, villainous, a knave, Aesch.; λεωργότατος Xen.

Frisk Etymology German

λεωργός: {leōrgós}
Forms: λέως (λείως) vollständig, ganz und gar
Meaning: frevelhaft, Frevler,
See also: s. λεῖος.
Page 2,113