Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μέτρηση

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

η (ΑΜ μέτρησις) μετρώ
η πράξη του μετρώ, ο καθορισμός του μεγέθους ή ποσού ενός πράγματος ως προς ορισμένη μετρική μονάδα, αλλ. καταμέτρηση, μέτρημα, μετρημός
νεοελλ.
1. μτφ. υπολογισμός, περίσκεψη
2. φρ. α) «μέτρηση μεγέθους»
i) μαθημ. αριθμητικός λόγος ενός μεγέθους προς άλλο ομοειδές μέγεθος, το οποίο λαμβάνεται ως μονάδα
ii) (μετεωρ.) η εύρεση του λόγου ενός μεγέθους προς την ομοειδή του μονάδα μέτρησης
β) «γεωδαιτική μέτρηση» — μέτρηση η οποία γίνεται με σκοπό τον προσδιορισμό της έκτασης και της μορφής ενός τμήματος της επιφάνειας της Γης
γ) «απόλυτη μέτρηση» — μέτρηση κατά την οποία η τιμή του προς μέτρηση μεγέθους εξάγεται από μαθηματικό τύπο ο οποίος εκφράζει τη φυσική σχέση του μεγέθους αυτού προς άλλα γνωστά ή μετρημένα μεγέθη
δ) «θεωρία μετρήσεων»
μαθημ. η μελέτη της διαδικασίας αντιστοίχισης αριθμών με αντικείμενα και με εμπειρικά φαινόμενα
ε) «πρότυπη μέτρηση»
τεχνολ. μέτρηση ενός φυσικού μεγέθους, λ.χ. μήκους, χρόνου, βάρους κ.λπ., η οποία γίνεται με επίσημα προσδιορισμένες προδιαγραφές τόσο ως προς την ακολουθούμενη μέθοδο όσο και ως προς τις χρησιμοποιούμενες μονάδες αναφοράς της μέτρησης
στ) «σταθμός μέτρησης»
τεχνολ. θέση ή χώρος όπου είναι εγκατεστημένα κατάλληλα όργανα μέτρησης
αρχ.
1. παροχή τροφής, σιτηρέσιο
2. πληρωμή σε είδος.