Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιοργής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: περιοργής Medium diacritics: περιοργής Low diacritics: περιοργής Capitals: ΠΕΡΙΟΡΓΗΣ
Transliteration A: periorgḗs Transliteration B: periorgēs Transliteration C: periorgis Beta Code: periorgh/s

English (LSJ)

ές, A very angry or wrathful, Th.4.130, J.AJ18.8.1, D.C. 39.19. Adv. -γῶς A.Ag.216 (lyr., dub., fort. -όργῳ from Adj. περίοργος).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 585] ές, sehr zornig, sehr heftig, Thuc. 4, 130; περιοργῶς ἐπιθυμεῖν, Aesch. Ag. 209.

Greek (Liddell-Scott)

περιοργής: -ές, πλήρης ὀργῆς, λίαν ὠργισμένος, Θουκ. 4. 130, Δίων Κ. 39. 19. Ἐπίρρ. -γῶς, Αἰσχύλ. Ἀγ. 216. - Καθ’ Ἡσύχ. «περιοργῶς· ὑπεροργόντως. καὶ παρωρμημένως».

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
très irrité.
Étymologie: περί, ὀργή.

Greek Monolingual

-ές, Α
γεμάτος οργή, πολύ οργισμένος.
επίρρ...
περιοργῶς
με πάρα πολλή οργή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < περι- + -οργής (< ὀργή), πρβλ. φιλ-οργής].

Greek Monotonic

περιοργής: -ές (ὀργή), πολύ θυμωμένος ή οργισμένος, σε Θουκ.· επίρρ. -γῶς, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

περιοργής: крайне разгневанный, весьма раздраженный Thuc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

περιοργής -ές [περί, ὀργή] woedend.

Middle Liddell

περι-οργής, ές ὀργή
very angry or wrathful, Thuc. adv. -γῶς, Aesch.

English (Woodhouse)

περιοργής = angry, in a towering passion

⇢ Look up "περιοργής" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)