Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιφρόνηση

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η / περιφρόνησις, -ήσεως, ΝΜΑ περιφρονώ
1. καταφρόνηση, προσβλητική έλλειψη σεβασμού ή εκτίμησης για κάποιον ή για κάτι
2. υποτίμηση, αμέλεια («η περιφρόνηση του κινδύνου είναι επικίνδυνη»).