Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιφρόνηση

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η / περιφρόνησις, -ήσεως, ΝΜΑ περιφρονώ
1. καταφρόνηση, προσβλητική έλλειψη σεβασμού ή εκτίμησης για κάποιον ή για κάτι
2. υποτίμηση, αμέλεια («η περιφρόνηση του κινδύνου είναι επικίνδυνη»).