Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολύδενδρος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: πολῠδενδρος Medium diacritics: πολύδενδρος Low diacritics: πολύδενδρος Capitals: ΠΟΛΥΔΕΝΔΡΟΣ
Transliteration A: polýdendros Transliteration B: polydendros Transliteration C: polydendros Beta Code: polu/dendros

English (LSJ)

ον,

   A abounding in trees, of a country, Str.17.3.4: heterocl. dat. pl. πολυδένδρεσσιν Ὀλύμπου θαλάμαις E.Ba.560 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 661] = Vorigem; Eur. hat den dat. plur. πολυδένδρεσσιν (s. δένδρος), Bacch. 560.

Greek (Liddell-Scott)

πολύδενδρος: -ον, ὁ ἔχων πολλὰ δένδρα, πλούσιος εἰς ἀφθονίαν δένδρων, ἐπὶ χώρας, Στράβ. 826· ἑτερόκλ. δοτ. πληθ. πολυδένδρεσσι Εὐρ. Βάκχ. 560.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
abondant en arbres.
Étymologie: πολύς, δένδρον.

Greek Monolingual

-η, -ο / πολύδενδρος, -ον, ΝΜΑ, και πολύδεντρος Ν
(για τόπο) αυτός που έχει πολλά δέντρα, ο κατάφυτος από δέντρα (α. «ώς μέσα εις τα πολύδενδρα δάση... εισπνέει το... φύσημα», Κάλβ.
β. «μεγαλόδενδρός τε καὶ πολύδενδρος ὑπερβαλλόντως ἐστὶ και πάμφορος», Στράβ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + δένδρον (πρβλ. ά-δενδρος)].

Greek Monotonic

πολύδενδρος: -ον (δένδρον), αυτός που έχει πολλά δέντρα, άφθονος σε δέντρα, ετερόκλ. δοτ. πληθ. πολυδένδρεσσι, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

πολύδενδρος: (dat. pl. πολυδένδρεσσι) Eur. = πολυδένδρεος.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πολύδενδρος -ον, ep. πολυδένδρεος [πολύς, δένδρον] dat. plur. πολυδένδρεσσι, bosrijk.

Middle Liddell

πολύ-δενδρος, ον, δένδρον
with many trees, abounding in trees, heterocl. dat. pl. πολυδένδρεσσι Eur.