Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πομπαῖος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: πομπαῖος Medium diacritics: πομπαῖος Low diacritics: πομπαίος Capitals: ΠΟΜΠΑΙΟΣ
Transliteration A: pompaîos Transliteration B: pompaios Transliteration C: pompaios Beta Code: pompai=os

English (LSJ)

α, ον,

   A escorting, conducting, π. οὖρος a fair wind, Pi.P.1.34; so of a ship, εἰς ὅρμους… ἐλάτα π. E.IA1322 (lyr.).    II epith. of Hermes, who escorted the souls of the dead to the nether world, A.Eu.91, S.Aj.832, E.Med.759 (anap.), D.L.8.31.

German (Pape)

[Seite 678] auch 2 Endgn, geleitend; οὖρος, Pind. P. 1, 34, d. i. günstiger Wind; der Führer, Aesch. Eum. 91; Ἑρμῆς, Soph. Ai. 819, der die Seelen der Abgeschiedenen in die Unterwelt geleitete, wie Eur. Med. 759, der auch ἐλάταν πομπαίαν vrbdt, I. A. 1323, vom Schiffe; – τὰ πομπαῖα ἄγειν, Eust., = πομπεύω.

Greek (Liddell-Scott)

πομπαῖος: -α, -ον, (πομπὴ) ὁ προπέμπων, συνοδεύων, π. οὖρος, οὔριος ἄνεμος, Πινδ. Π. 1. 66· οὕτως ἐπὶ πλοίου, ἐς Τροίαν... ἐλάτα π. Εὐρ. Ι. Α. 1322, πρβλ. πομπεύς· π. στρατηγὸς Ἑλλ. Ἐπιγρ. 3348. ΙΙ. ἐπίθ. τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ συνοδεύοντος καὶ ὁδηγοῦντος τὰς ψυχὰς τῶν νεκρῶν εἰς τὸν κάτω κόσμον, ὡς τὸ ψυχοπομπός, Αἰσχύλ. Εὐμ. 91, Σοφ. Αἴ. 832, ἴδε Elmsl. εἰς Εὐρ. Μήδ. 742.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
qui conduit, ép. d’Hermès, conducteur des âmes aux enfers.
Étymologie: πομπή.

English (Slater)

πομπαῑος
   1 favourable ναυσιφορήτοις δ' ἀνδράσι πρώτα χάρις πομπαῖον ἐλθεῖν οὖρον (P. 1.34)

Greek Monolingual

-αία, -ον, Α
1. αυτός που προπέμπει, που συνοδεύει
2. (το αρσ. ως προσωνυμία του Ερμού) ψυχοπομπός, αυτός που συνοδεύει τις ψυχές τών πεθαμένων στον Άδη
3. (για άνεμο) ούριος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πομπή / πομπός + κατάλ. -αῖος (πρβλ. δρομ-αίος)].

Greek Monotonic

πομπαῖος: -α, -ον (πομπή),
I. αυτός που συνοδεύει, σε Ευρ.· πομπαῖος οὖρος, ούριος άνεμος, ευνοϊκός άνεμος, σε Πίνδ.
II. λέγεται για τον Ερμή, που συνοδεύει τις ψυχές των νεκρών στον Κάτω Κόσμο, σε Αισχύλ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

πομπαῖος:
1) ведущий, провожающий, сопровождающий (Ἑρμῆς Aesch., Soph.);
2) везущий, увозящий (ἐλάτα Eur.);
3) сопутствующий, попутный (οὖρος Pind.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πομπαῖος -α -ον [πομπή] begeleidend:; πομπαῖον ἐλθεῖν οὔρον dat er een gunstige wind komt Pind. P. 1.34; subst. begeleider (van de zielen), epith. van Hermes.

Middle Liddell

πομπαῖος, η, ον πομπή
I. escorting, conveying, Eur.; π. οὖρος a fair wind, Pind.
II. of Hermes, who escorted the souls of the dead, Aesch., Soph.