Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τύμβευμα

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: τύμβευμα Medium diacritics: τύμβευμα Low diacritics: τύμβευμα Capitals: ΤΥΜΒΕΥΜΑ
Transliteration A: týmbeuma Transliteration B: tymbeuma Transliteration C: tymvevma Beta Code: tu/mbeuma

English (LSJ)

ατος, τό, A tomb, grave, S.Ant.1220. II that which is buried or that which is to be buried, corpse, E. Ion933.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1161] τό, 1) Begräbniß, Bestattung, Grab, Soph. Ant. 1205. – 2) die zu verbrennende oder zu bestattende Leiche, Eur. Ion 933.

Greek (Liddell-Scott)

τύμβευμα: τό, τύμβος, τάφος, Σοφ. Ἀντ. 1220. ΙΙ. τὸ ταφὲν ἢ μέλλον νὰ ταφῇ, σῶμα, πτῶμα, Εὐρ. Ἴων 933.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
tombeau, sépulture.
Étymologie: τυμβεύω.

Greek Monolingual

τὸ, Α τυμβεύω
1. τύμβος, τάφος
2. πτώμα για καύση ή για ταφή.

Greek Monotonic

τύμβευμα: -ατος, τό,
I. τύμβος, τάφος, σε Σοφ.
II. αυτό το οποίο είναι θαμμένο ή πρόκειται να ταφεί, νεκρό σώμα, πτώμα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

τύμβευμα: ατος τό
1) могила Soph.;
2) мертвое тело, мертвец Eur.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τύμβευμα -ατος, τό [τυμβεύω] tombe, grafkerker; uitbr. voor het te begraven lichaam:. ποῦ ᾽κθεῖναι πόλεως... τύμβευμα; waar in de stad (zegt u) dat het lichaampje is neergelegd? Eur. Ion 933.

Middle Liddell

τύμβευμα, ατος, τό,
I. a tomb, grave, Soph.
II. that which is or is to be buried, a body, Eur. [from τυμβεύω