Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στιβάς

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: στῐβάς Medium diacritics: στιβάς Low diacritics: στιβάς Capitals: ΣΤΙΒΑΣ
Transliteration A: stibás Transliteration B: stibas Transliteration C: stivas Beta Code: stiba/s

English (LSJ)

άδος, ἡ, (στείβω) A bed of straw, rushes, or leaves, whether strewn loose (cf. Ev.Marc.11.8), or stuffed into a mattress, E.Hel. 798; χαμαιπετής Id.Tr.507; σχοίνων Ar.Pl.541; ἐπὶ στιβάδων ἐστρωμένων μίλακι καὶ μυρρίναις Pl.R.372b; χἁ σ. ἐσσεῖται πεπυκασμένα . . κνύζᾳ τ' ἀσφοδέλῳ τε Theoc.7.67, cf. 13.34. b straw strewn at a sacrifice, hence as name of the ceremony, IG22.1368.48, al. (ii A.D.). 2 mattress, Hdt.4.71, Ar.Pl.663; ἐπὶ στιβάδος κατακείμενος Epicur.Fr.207; esp. one used by soldiers, Eup.254, Ar. Pax348, X.HG7.1.16, Plb.5.48.4. 3 generally, bed, Theopomp. Hist.166. 4 nest or lair of mice, Arat.1140; of the fish φυκίς, Arist.HA607b21. 5 grave, BCH13.37 (Iasus), 22.373 (Caria), Ath.Mitt.15.277 (ibid.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 942] άδος, ἡ, eine Streu, ein Lager von Stroh, Rohr, Binsen od. Blättern, die aufgeschüttet od. in eine Art Matratze gestopft wurden; Her. 4, 71; στιβάδα πρὸς χαμαιπετῆ, Eur. Troad. 507; σχοίνων, Ar. Plut. 541; στιβάδες, Pax 348, wo der Schol. zu vergl., nach dem, wie nach VLL., es bes. eine Streu ist, wie sie sich die Soldaten im Bivouak machen; ἐπὶ στιβάδων ἐστρωμένων, Plat. Rep. II, 372 b; Xen. Cyr. 5, 2, 15 Hell. 7, 1, 16; Pol. 5, 48, 4, Lager zum Schlafen Antiphil. 44 (IX, 546); beim Essen, Agath. 18 (V, 267).

Greek (Liddell-Scott)

στῐβάς: -άδος, ἡ, (στίβω) στρωμνή, ὑπόστρωμα ἐξ ἀχύρων, βούρλων ἢ φύλλων (πρβλ. στίπτη φυλλάς, Σοφ. Φιλ. 33), ἢ χύδην ἐξηπλωμένων (ἴδε Εὐαγγ. κ. Μᾶρκ. ια΄, 8, ἔνθα ἡ ὀρθὴ γραφὴ εἶναι στιβὰς ἀντὶ τοῦ κοινοῦ στοιβάς), ἤ κατεσκευασμένων εἰς στρῶμα ἐρραμμένον, Εὐρ. Ἑλ. 798· χαμαιπετὴς ὁ αὐτ. ἐν Τρῳ. 507· χὰ στ. ἐσσεῖται πεπυκασμένα .. κνύζᾳ τ᾿ ἀσφοδέλῳ τε Θεόκρ. 7. 67, πρβλ. 13. 34. 2) στρῶμα, Ἡρόδ. 4. 71, Ἀριστοφ. Πλ. 663· μάλιστα ἐν χρήσει παρὰ τοῖς στρατιώταις, Εὔπολ. ἐν «Ταξιάρχοις» 4 (ἔνθα ἴδε Meineke), Ἀριστοφ. Εἰρήν. 348, Ξεν. Ἑλλ. 7. 1, 16· σχοίνων Ἀριστ. Πλ. 541· ἐπὶ στιβάδων σμίλακι καὶ μυρρίναις ἐστρωμένων Πλάτ. Πολ. 372Β. 3) καθόλου, στρωμνὴ, κοίτη, κλίνη, Θεοπόμπ. Ἱστ. 190. 4) ἡ φωλεὰ μυῶν, «ποντικοφωληά», Ἄρατ. 1139· ἐπὶ ἰχθύων, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 30, 4, Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

άδος (ἡ) :
lit d’herbe, de paille, de feuillage, jonchée.
Étymologie: στείβω.

Greek Monolingual

-άδος, ἡ, Α
βλ. στιβάδα.

Greek Monotonic

στῐβάς: -άδος, ἡ (στείβω),
1. στρώμα από άχυρο, από σπάρτα ή από φύλλα, σε Ευρ., Θεόκρ.
2. στρώμα, κλίνη, σε Ηρόδ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

στῐβάς: άδος (ᾰ) ἡ подстилка (из соломы, травы или листьев) Her., Eur., Xen., Plat., Arst.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στιβάς -άδος, ἡ [στείβω] dat. plur. στιβάδεσσιν Theocr. Id. 13.34 bed van bladeren of stro (dat is platgetrapt). strozak, matras.

Middle Liddell

στῐβάς, άδος, στείβω
1. a bed of straw, rushes, or leaves, Eur., Theocr.
2. a mattress, pallet, Hdt., Ar.

Chinese

原文音譯:stoib£j 士胎巴士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:站 步
字義溯源:樹枝,枝葉床,枝;源自(στέγω)X*=階,步)
出現次數:總共(1);可(1)
譯字彙編
1) 樹枝(1) 可11:8

English (Woodhouse)

στιβάς = pallet, a litter of straw, bed of leaves, bed of straw

⇢ Look up "στιβάς" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)