Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγώγιμος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀγώγιμος Medium diacritics: ἀγώγιμος Low diacritics: αγώγιμος Capitals: ΑΓΩΓΙΜΟΣ
Transliteration A: agṓgimos Transliteration B: agōgimos Transliteration C: agogimos Beta Code: a)gw/gimos

English (LSJ)

ον, of things,

   A capable of being carried, τρισσῶν ἁμαξῶν . . ἀ. βάρος enough to load, E.Cyc.385; τὰ ἀ. things portable, wares, Pl. Prt.313c, X.An.5.1.16, etc.; ἄλλο δὲ μηδὲν ἀ. ἄγεσθαι ἐν τῷ πλοίῳ D.35.20.    II of persons, liable to seizure, X.HG7.3.11, cf. D. 23.11, Plu.Sol.13, BGU1116.27 (13 B.C.):—also of things, D.H.5.69.    2 easily led, pliable, Plu.Alc.6.    III Act., ἀγώγιμον, τό, love-charm, philtre, Plu.2.1093d, cf. PMag.Lond.121.295: pl., PMag.Par.1.2231.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγώγιμος: -ον, εὔκολος εἰς τὸ νὰ ἄγηται, ὃν δύναταί τις νὰ φέρῃ, τρισσῶν ἁμαξῶν... θάρρος, ἱκανὸν ἵνα φορτώσῃ τις τρεῖς ἁμάξας, Εὐρ. Κύκλ. 385‧ τὰ ἀγώγιμα, πράγματα μετακομιστά, ἐμπορεύματα, Πλάτ. Πρωτ. 313C, Ξεν. Ἀν. 5, 1, 16, κτλ‧ ἄλλο δὲ μηδὲν ἀγώγιμον ἄγεσθαι ἐν τῷ πλοίῳ, Δημ. 929. 17. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων ὁ ὢν καταδικασμένος καὶ προγεγραμμένος, Sneid. Ξεν. Ἑλλ. 7. 3, 11‧ ὅστις δέον νὰ παραδοθῇ εἰς δουλείαν, Δημ. 624. 12, Πλουτ. Σόλ. 13: - οὕτω καὶ ἐπὶ πραγμάτων, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς κατάσχεσιν, Διον. Ἁλ. 5. 69. 2) εὐκόλως ἀγόμενος, ευάγωγος, Πλουτ. Ἀλκ. 6.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qu’on peut conduire, transporter : τὸ αγώγιμον, τὰ ἀγώγιμα, la cargaison, les marchandises;
2 qui peut être emmené en prison, que le premier venu peut arrêter;
3 à Athènes, avant les réformes de Solon débiteur adjugé à son créancier qui l’emmenait soit pour l’employer comme esclave, soit pour le vendre;
4 qui se laisse aller à, enclin à.
Étymologie: ἀγωγή.

Spanish (DGE)

(ἀγώγῐμος) -ον

• Prosodia: [ᾰ-]
I de cosas
1 que puede ser llevado o transportado τρισσῶν ἁμαξῶν ὡς ἀγώγιμον βάρος E.Cyc.385
subst. τὰ ἀ. lo que se puede transportar, mercancía Pl.Prt.313c, X.An.5.1.16, D.35.20, Arist.Mete.359a8, Aen.Tact.28.3, Philostr.Im.2.15.1, VA 3.35, D.C.74.12.3, SB 13775.7 (III d.C.).
2 que puede ser capturado o confiscado D.H.5.69, εἶν[αι τὰ χρήματα αὐτοῦ ἀγώγιμα IG 22.125.14 (IV a.C.), μὴ ἦι ἀγώγιμος μηθεὶς μηθαμόθεν ... μήτε τὰ χρήματα αὐτῶν FD 2.68.68 (II a.C.).
II de pers.
1 que puede ser llevado ante un tribunal X.HG 7.3.11, D.23.11, ἔστωσαν ἐντὸς] τῆς Εὐβοίας ἀγώγιμοι IG 12(9).207.44 (Eretria III a.C.)
que puede ser detenido y entregado en esclavitud (esp. de deudores), Plu.Sol.13, ἐὰν παραβαίνω(σιν) εἶναι αὐτο(ὺς) παραχρῆ(μα) ἀγωγίμο(υς) SB 14375.24 (I a.C.), cf. BGU 1159.8 (I a.C.), D.H.5.64
gener. que puede ser obligado ἄλλῳ γὰρ οὐδενὶ ἀ. ἐστι ἐπιτ[ρο] πεύει<ν> pues no está obligado a ser tutor de ningún otro, SB 7558.17 (II d.C.)
subst. ὁ ἀ. culpable Pall.V.Chrys.8.93.
2 que se deja guiar, arrastrar ἀ. πρὸς ἡδονάς de Alcibíades, Plu.Alc.6.
III subst. τὸ ἀ. lo que atrae, encantamiento, filtro de amor Plu.2.1093d, φίλτρα καὶ ἀγώγιμα Iren.Lugd.Haer.1.13.5, τὰ ἀγώγιμα εἰς φίλτρον ἀκόλαστον κα[ὶ ἐρασ] τικόν Didym.in Zacch.1.391, cf. PMag.4.2231, 7.295.

Greek Monotonic

ἀγώγιμος: -ον (ἄγω),
I. αυτός που είναι εύκολος στο να οδηγείται ή στο να μεταφέρεται· τρισσῶν ἁμαξῶν ἀγώγιμον βάρος, ζύγιζε τόσο που μπορούσε να γεμίσει τρεις άμαξες, σε Ευρ.· τὰ ἀγώγιμα, φορητά πράγματα, εμπορεύματα, σε Ξεν. κ.λπ.
II. λέγεται για πρόσωπα, αυτός που έχει πέσει θύμα απαγωγής, αυτός που οδηγείται σε αιχμαλωσία, σε Δημ.
2. αυτός που οδηγείται, άγεται εύκολα, ευγενικός, πρόθυμος, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀγώγῐμος:
1) могущий быть перевезенным, поддающийся перевозке: τρισσῶν ἁμαξῶν ὡς ἀγώγιμον βάρος Eur. тяжесть, для перевозки которой нужно три подводы; τὸ σιδηροῦν (νόμισμα) ἀγώγιμον οὐκ ἦν πρὸς τοὺς ἄλλους Ἓλληνας Plut. железная монета (Ликурга) не могла вывозиться в другие греческие государства, т. е. не имела там хождения;
2) юр. подлежащий задержанию и выдаче (φυγάδες Xen.; φεύγοντες Plut.);
3) податливый, склонный (πρὸς ἡδονάς Plut.): ἀ. τοῖς δεομένοις Plut. уступчивый по отношению к просителям.

Middle Liddell

[ἄγω]
I. easy to be led or carried, τρισσῶν ἁμαξῶν ἀγώγιμον βάρος weight enough to load three wains, Eur.; τὰ ἀγώγιμα things portable, wares, Xen., etc.
II. of persons, to be carried off, delivered into bondage, Dem.
2. easily led, complaisant, Plut.