Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπείθεια

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ἀπείθεια Medium diacritics: ἀπείθεια Low diacritics: απείθεια Capitals: ΑΠΕΙΘΕΙΑ
Transliteration A: apeítheia Transliteration B: apeitheia Transliteration C: apeitheia Beta Code: a)pei/qeia

English (LSJ)

ἡ,

   A disobedience, X.Mem.3.5.5, D.H.9.41, Arr. Epict.3.24.24; υἱοὶ τῆς ἀπειθείας Ep.Eph.5.7; later ἀπειθία, ἡ, BGU 747ii14 (ii A.D.), etc., Gloss.

German (Pape)

[Seite 283] ἡ, Ungehorsam, Xen. Mem. 3, 5, 5 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπείθεια: ἡ, τὸ μὴ πείθεσθαι, τὸ μὴ ὑποκούειν, Ξεν. Ἀπομ. 3. 5, 5. Πλουτ. Αἰμίλ. 31, Καιν. Διαθ., ἀπ. πρὸς τὸν λόγον Κλήμ. Ἀλ. 159.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
désobéissance.
Étymologie: ἀπειθής.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): tard. -ία BGU 747.2.14 (II d.C.), PSI 222.5, 25 (III d.C.), Gloss.2.115
desobediencia X.Mem.3.5.5, Plb.32.13.4, 33.12.8, D.H.9.41, LXX 4Ma.8.9, 18, Arr.Epict.3.24.24, POxy.34.3.12 (II d.C.), υἱοὶ τῆς ἀπειθείας Ep.Eph.5.6, de la desobediencia a Dios, Clem.Al.Strom.7.16.102
personif., Herm.Sim.9.15.3, D.C.75.12.5.

English (Strong)

from ἀπειθής; disbelief (obstinate and rebellious): disobedience, unbelief.

English (Thayer)

(WH ἀπειθια, except in Heb. as below (see Iota)), ἀπειθας, ἡ (ἀπειθής), disobedience (Jerome, inobedientia), obstinacy, and in the N. T. particularly obstinate opposition to the divine will: υἱοί τῆς ἀπειθείας, those who are animated by this obstinacy (see υἱός, 2), used of the Gentiles: R G L brackets). (Xenophon, mem. 3,5, 5; Plutarch, others.)

Greek Monolingual

η (AM ἀπείθεια)
το να μην πειθαρχεί κάποιος σε διαταγές ή εντολές, ανυπακοή
αδίκημα που στρέφεται κατά της πολιτειακής εξουσίας με το να αρνείται κάποιος σε υπάλληλο οφειλόμενη υπηρεσία ή συνδρομή, όπως ορίζει ο νόμος.

Greek Monotonic

ἀπείθεια: ἡ (ἀπειθής), ανυπακοή, απειθαρχία, σε Ξεν., Κ.Δ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπείθεια: ἡ непослушание, неповиновение Xen., Plut.

Middle Liddell

ἀπειθής
disobedience, Xen., NTest.

Chinese

原文音譯:¢pe⋯qeia 阿-胚帖阿
詞類次數:名詞(7)
原文字根:不-(可)說服(的)
字義溯源:不信的,不信從,不順服,頑固,悖逆;源自(ἀπειθής)=不受勸導的),由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(ἐπισείω / πείθω)*=說服)組成。悖逆不信從的人,他們的分乃是神的岔怒( 弗5:6; 西3:6)
出現次數:總共(7);羅(2);弗(2);西(1);來(2)
譯字彙編
1) 不信從(2) 來4:6; 來4:11;
2) 悖逆之(2) 弗2:2; 弗5:6;
3) 不順服(2) 羅11:30; 羅11:32;
4) 悖逆(1) 西3:6