Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀσύνδετος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἀσύνδετος Medium diacritics: ἀσύνδετος Low diacritics: ασύνδετος Capitals: ΑΣΥΝΔΕΤΟΣ
Transliteration A: asýndetos Transliteration B: asyndetos Transliteration C: asyndetos Beta Code: a)su/ndetos

English (LSJ)

ον,

   A unconnected, loose, X.Cyn.5.30, Apollod.Poliorc.169.8; independent, κίνησις Plu.2.386a: Astrol., of signs, Κριὸς πρὸς Σκορπίον ἀ. Gal. 19.333.    II of language, without conjunctions, Arist.Int.17a17; of style, Id.Rh.1413b29 (but ib.1407b38 ἄνευ μὲν συνδέσμου, μὴ ἀσύνδετα δέ without conjunction, but not without connection); τὸ ἀ., in Rhet., style without conjunctions, Demetr.Eloc.268, cf. 192; σχῆμα Hermog.Id.2.1, al. Adv. -τως Philostr.VS1.16.4, Hermog.Id.1.9, Tib.Fig.40.

German (Pape)

[Seite 380] unverbunden, Xen. Cyn. 5, 30; ohne Verbindungswort, Gramm., Plut.

Greek (Liddell-Scott)

ἀσύνδετος: -ον, μὴ συνδεδεμένος, χαλαρός, μὴ συνημμένος, Ξεν. Κυν. 5. 30, Πλούτ. 2. 386Α. ΙΙ. ἐπὶ λόγου, ἀσύνδετος, ὡς καὶ νῦν ὁ μὴ συνδεδεμένος διὰ συνδέσμων, Ἀριστ. π. Ἐρμην. 5. 2, πρβλ. Ρητ. 3. 12, 4· (ἀλλ’ αὐτόθι 3. 6, 6, ἄνευ μὲν συνδέσμου, μὴ ἀσύνδετα δέ, οἷον πορευθεὶς καὶ διαλεχθείς, πορευθεὶς διελέχθην)· ἀσύνδετον σχῆμα, σχῆμα λόγου, ἄνευ συνδέσμων, οἷον, λέγει, λοιδορεῖται, βοᾷ Πλουτ. Ἠθ. 1011Α, Εὐστ. Ἰλ. σ. 656, 32: - οὕτως, Ἐπίρρ. -τως Ἑρμογεν. Ρητορ. 247, 8, Φιλόστρ. 503.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
I. non uni, non lié;
II. t. de gramm.
1 sans conjonctions ; τὸ ἀσύνδετον PLUT style sans conjonctions;
2 sans lien logique.
Étymologie: ἀ, συνδέω.

Spanish (DGE)

-ον
I gener. desunido, inconexo ὡμοπλάται ... ἀσύνδετοι ἄνωθεν X.Cyn.5.30, ψίαθοι Apollod.Poliorc.169.8
suelto κόμη Hld.3.4.5
independiente κίνησις Plu.2.386a, τὸ σκεδαστὸν αὐτῆς (τῆς ψυχῆς) καὶ ἀσύνδετον Plu.2.1023c
astrol. de planetas y signos del zodíaco que no entra en conjunción κριὸς πρὸς σκορπίον ἀ. Plu.2.908b, cf. Aristid.Quint.125.13, Vett.Val.5.25.
II gram.
1 sin nexos gramaticales, sin conjunciones ref. a oraciones, Arist.Int.17a17
subst. τὸ ἀσύνδετον asíndeton Demetr.Eloc.192, 268, Hermog.Id.2.1(p.316), Hdn.Fig.p.102.19, Plu.2.1011a.
2 sin nexos lógicos op. ‘sin conjunciones’ ἄνευ μὲν συνδέσμου, μὴ ἀσύνδετα δέ Arist.Rh.1407b38.
III adv. -ως sin conjunciones τὸ ἀ. ... (χωρίον) χωρίῳ προσβαλεῖν pasar de una parte a otra del discurso sin nexos gramaticales Philostr.VS 1.16, cf. Hermog.Id.1.9 (p.267), Tib.Fig.40.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀσύνδετος, -ον)
1. αυτός που δεν έχει συνδεθεί
2. σχήμα λόγου κατά το οποίο λέξεις ή έννοιες παρατάσσονται χωρίς να συνδέονται με συνδετικά μόρια ή διαζευκτικούς συνδέσμους
νεοελλ.
αυτός του οποίου έχει διακοπεί η επικοινωνία με άλλους
αρχ.
ανεξάρτητος, αυτοτελής.

Greek Monotonic

ἀσύνδετος: -ον, ασύνδετος, μη συνδεδεμένος, χαλαρός, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἀσύνδετος:
1) не связанный, несоединенный (ὠμοπλάται ἀσύνδετοι ἄνωθεν Xen.);
2) не сплошной, прерывистый (κίνησις Plut.);
3) грам. бессоюзный (λόγοι Arst.).

Middle Liddell

unconnected, Xen.