Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄξενος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἄξενος Medium diacritics: ἄξενος Low diacritics: άξενος Capitals: ΑΞΕΝΟΣ
Transliteration A: áxenos Transliteration B: axenos Transliteration C: aksenos Beta Code: a)/cenos

English (LSJ)

Ion. and poet. ἄξεινος, ον,

   A inhospitable, of persons, opp. πολύξεινος, Hes. Op.715; ἀνὴρ ξένοισιν ἄ. E.Fr.736; ἄ. καὶ ἄγριον Pl.Sph.217e; of places, ὅρμος S.Ph.217 (lyr.); γῆ, στέγη, E.IT94, Cyc.91: Comp. and Sup. -ώτερος, -ώτατος, Id.Alc.556, Med.1264.    II Ἄξεινος (sc. πόντος) the Axine, afterwds. called the Euxine, Pi.P.4.203, E. Andr.793 (lyr.); in full, πόρος, πόντος Ἄ., Id.IT253,341.

German (Pape)

[Seite 269] ion. u. poet. ἄξεινος, nicht gastfreundlich, unfreundlich gegen Fremde, Hes. O. 713; καὶ ἄγριος Plat. Soph. 217 e. Auch von Ländern und Meeren, unwirthbar, ὅρμος Soph. Phil. 217; oft Eur.; Strab. Nach Hesych. auch: der keinen Gastfreund hat, der ihn bewirthen kann.

Greek (Liddell-Scott)

ἄξενος: Ἰων. καὶ ποιητ. ἄξεινος, ον, ἀφιλόξενος, ἐπὶ προσώπων, κατ’ ἀντίθ. πρὸς τὸ πολύξεινος, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 713· ἀνὴρ ξένοισιν ἄξ. Εὐρ. παρὰ Στοβ. 621. 4· ἄξ. καὶ ἄγριον Πλάτ. Σοφ. 217Ε: ἐπὶ τόπων, ὅρμος Σοφ. Φ. 217· γῆ, στέγη Εὐρ. Ι. Τ. 94, Κύκλ. 91: ― Συγκρ. καὶ ὑπερθ. -ώτερος, -ώτατος. ὁ αὐτ. Ἄλκ. 556, Μήδ. 1264. ΙΙ. Ἄξεινος (ἐνν. πόντος) ὁ μετὰ ταῦτα κληθεὶς Εὔξεινος (Euxeinus qui nunc Axenus ille fait, Ὀβ.), Πινδ. Π. 4. 362· Ἄξενος ἐν Εὐρ. Ἀνδρ. 794· καὶ μετὰ τῶν οὐσιαστ. πόρος, πόντος ἄξενος Εὐρ. Ι. Τ. 253, 341: ― πρβλ. ἐπιδρομή, συμπληγάς.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
inhospitalier ; périlleux pour les navigateurs.
Étymologie: ἀ, ξένος.

Spanish (DGE)

-ον

• Alolema(s): ép., jón. ἄξεινος Hes.Op.715
1 no hospitalario de pers. op. πολύξεινος Hes.Op.715, ἁνὴρ ... ξένοισιν ἄξενος E.Fr.736
no acorde con las leyes de la hospitalidad, incivil ἄ. καὶ ἄγριος Pl.Sph.217e, cf. E.Alc.556
de lugares inhóspito γῆ E.IT 94, στέγη E.Cyc.91, κονίστραι Call.Fr.328, ἤθη Philostr.VA 6.12, οὖρος Nonn.D.5.324, cf. E.Med.1264, Luc.VH 1.35, ναὸς ἄξενον ... ὅρμον puerto sin naves S.Ph.217, ἄ. Φᾶσις Theoc.13.75.
2 Ἄξεινος (e.d. πόντος) el Mar Negro del persa aḫšaina ‘negro’ interpretado como inhospitalario y llamado más tarde por eufemismo Εὔξεινος hospitalario ἐπ' Ἀξείνου στόμα ... ἤλυθον Pi.P.4.203, tb. πόντος ἄ. E.IT 341, cf. A.R.2.984, Orph.A.85, Luc.Tox.3, ἄ. πόρος E.IT 253, ἄ. ὑγρά E.Andr.793.
3 que no tiene quien le hospede Hsch.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄξενος, -ον, ιων. κ. ποιητ. ἄξεινος, -ον)
αφιλόξενος
αρχ.
‘Αξεινος (ενν. πόντος)
αυτός που ονομάστηκε Εύξεινος κατ' ευφημισμόν (Πίνδαρος, Ευριπίδης).

Greek Monotonic

ἄξενος: Ιων. και ποιητ. ἄ-ξεινος, -ον,
I. φιλόξενος, λέγεται για πρόσωπα, σε Ησίοδ., Πλάτ.· λέγεται για τόπους, σε Σοφ., Ευρ.· συγκρ. και υπερθ. -ώτερος, -ώτατος, σε Ευρ. II.Ἄξεινος ή Ἄξενος (ενν. πόντος), ο Άξενος, μεταγεν. αποκαλούμενος Εύξεινος (Eixeinus qui nunc Axenus ille fuit, σε Οβίδ.), σε Πίνδ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἄξενος: ион. ἄξεινος 2 негостеприимный (μηδὲ πολύξεινος μηδ᾽ ἄξεινος Hes.; ὅρμος Soph.; γῆ Eur.): ὁ Ἄξεινος (πόντος) Pind., Eur. Аксинский понт, т. е. Черное море (впосл. Εὔξεινος πόντος Эвксинский понт).

Middle Liddell


inhospitable, of persons, Hes., Plat.; of places, Soph., Eur.:—comp. and Sup. -ώτερος, -ώτατος, Eur.