Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπάρκεσις

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ἐπάρκεσις Medium diacritics: ἐπάρκεσις Low diacritics: επάρκεσις Capitals: ΕΠΑΡΚΕΣΙΣ
Transliteration A: epárkesis Transliteration B: eparkesis Transliteration C: eparkesis Beta Code: e)pa/rkesis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A aid, succour, γένους S.OC447, cf. E.Hec.758.

German (Pape)

[Seite 905] ἡ, das Helfen, der Beistand; Soph. O. C. 448 Eur. Hec. 739.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπάρκεσις: -εως, ἡ, βοήθεια, ἐπικουρία, Σοφ. Ο. Κ. 447, Εὐρ. Ἑκ. 758.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
action de secourir, défense.
Étymologie: ἐπαρκέω.

Greek Monolingual

ἐπάρκεσις, η (Α) επαρκώ
βοήθεια, επικουρία («τίν' ἡμᾱς εἰς ἐπάρκεσιν καλεῑς;», Σοφ.).

Greek Monotonic

ἐπάρκεσις: -εως, ἡ, βοήθεια, συνδρομή, αρωγή, ενίσχυση, σε Σοφ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπάρκεσις: εως ἡ Soph., Eur. = ἐπάρκεια.

Middle Liddell

ἐπάρκεσις, εως
aid, succour, Soph., Eur. [from ἐπαρκέω