Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσωφέλημα

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: προσωφέλημα Medium diacritics: προσωφέλημα Low diacritics: προσωφέλημα Capitals: ΠΡΟΣΩΦΕΛΗΜΑ
Transliteration A: prosōphélēma Transliteration B: prosōphelēma Transliteration C: prosofelima Beta Code: proswfe/lhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A help or aid in a thing, c. gen., παισὶν . . π. χρημάτων E.Med.611.

German (Pape)

[Seite 790] τό, Hülfe, Beistand, Eur. Med. 611.

Greek (Liddell-Scott)

προσωφέλημα: τό, βοήθειαὠφέλεια εἴς τι πρᾶγμα, μετὰ γεν., Εὐρ. Μήδ. 611.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
aide, assistance ; utilité.
Étymologie: προσωφελέω.

Greek Monolingual

-ήματος, τὸ, ΜΑ προσωφελῶ
βοήθεια ή ωφέλεια σε κάτι ή επιπρόσθετη βοήθεια («εἴ τι βούλει παισὶν... προσωφέλημα χρημάτων ἐμῶν λαβεῑν», Ευρ.).

Greek Monotonic

προσωφέλημα: τό, βοήθεια ή αρωγή σε κάτι, με γεν., σε Ευρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προσωφέλημα -ατος, τό [προσωφελέω] hulp, bijstand:. εἴ τι βούλῃ παισὶν ἢ σαυτῇ φυγῆς προσωφέλημα χρημάτων ἐμῶν λαβεῖν als je door mijn geld enige hulp voor de ballingschap van je kinderen of jezelf wilt krijgen Eur. Med. 611.

Russian (Dvoretsky)

προσωφέλημα: ατος τό помощь, поддержка Eur.

Middle Liddell

προσωφέλημα, ατος, τό, [from προσωφελέω
help or aid in a thing, c. gen., Eur.