Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διακονία

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: διᾱκονία Medium diacritics: διακονία Low diacritics: διακονία Capitals: ΔΙΑΚΟΝΙΑ
Transliteration A: diakonía Transliteration B: diakonia Transliteration C: diakonia Beta Code: diakoni/a

English (LSJ)

ἡ,

   A service, Th.1.133 (pl.), Pl.R.371c, etc.; οὔκ ἐστι ταῦτ' ἀρχή, ἀλλ' ἐπιμέλειά τις καὶ δ. Aeschin.3.13.    2 attendance on a duty, ministration, D.18.206; ἡ δ. ἡ καθημερινή, of ministering to external wants, Act.Ap.6.1; but also ἡ δ. τοῦ λόγου ib.4, cf. 1.17, etc.    II body of servants or attendants, Plb.15.25.21.    III instruments of service, = διακόνημα 11, Moschio ap.Ath. 5.208b.

German (Pape)

[Seite 583] ἡ, 1) Dienst, Geschäft; ἑαυτοὺς ἐπὶ τὴν δ. ταύτην τάττουσιν Plat. Rep. II, 371 c; αἱ πρὸς βασιλέα δ. Thuc. 1, 133; Folgde; bes. = Bedienung; bei Tisch, Xen. oec. 7, 41; ἡ περὶ τὸ δεῖπνον, Plut. Lyc. et Num. 2; – im N. T. = Amt des Diakonus. – 2) Bei Athen. V. 208 a = Hausgeräth; Pol. 15, 25 = Dienerschaft.

Greek (Liddell-Scott)

διᾱκονία: ἡ, τὸ ἔργον τοῦ διακόνου, ὑπηρεσία, Θουκ. 1. 133, Πλάτ. Πολ. 371C, κτλ.· οὐκ ἔστι ταῦτ’ ἀρχή, ἀλλ’ ἐπιμέλειά τις καὶ δ. Αἰσχίν. 55, 35. 2) ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος, ὑπηρεσία, Δημ. 296. 29· ἡ δ. ἡ καθημερινή, τὸ ὑπηρετεῖν εἰς τὰς καθημερινὰς χρείας, Πράξ. Ἀποστ. 6. 1· ἀλλ’ ὡσαύτως, ἡ δ. τοῦ λόγου αὐτόθι 4, πρβλ. 1. 17, κτλ. 3) τὸ ἔργον καὶ ἡ θέσις τοῦ διακόνου ἐν τῇ Ἐκκλ. ΙΙ. σῶμα ὑπηρετῶν, Πολύβ. 15. 25, 4. ΙΙΙ. ὄργανα ὑπηρεσίας, σκεύη (πρβλ. διακόνημα ΙΙ), Μοσχίων παρ’ Ἀθην. 208Β.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
I. office de serviteur, service;
II. action de fournir, de suffire à ; particul.
1 action d’accomplir, de remplir ses devoirs;
2 collect. les gens de service, les serviteurs.
Étymologie: διάκονος.

Spanish (DGE)

(διᾱκονία) -ας, ἡ

• Alolema(s): jón. διηκ- Hp.Ep.23, AP 12.194 (Strat.), MAMA 8.321 (Iconion)
A como n. de acción
I c. sent. de intermediación
1 función de emisario, misión encomendada, encargo αἱ πρὸς βασιλέα διακονίαι misiones ante el rey (de Persia), Th.1.133, φυλάξασθαι τὴν διακονίαν Is.1.23
en el ámbito religioso misión πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα ref. a los ángeles Ep.Hebr.1.14, βλέπε τὴν διακονίαν ἣν παρέλαβες ἐν κυρίῳ Ep.Col.4.17, cf. 2Ep.Ti.4.11, ἕως ἂν ἐκτελέσω τὴν διακονίαν μου εἰς ἣν ἀπεστάλην A.Andr.et Matt.7, cf. Nil.M.79.189C, Origenes Io.1.14.
2 función de intermediario, trato ἑαυτοὺς ἐπὶ τὴν διακονίαν τάττουσιν ταύτην se dedican a ese comercio los que están en el ágora, Pl.R.371c, τὸ ἐς τὴν διακονίαν τόλμημα el atrevimiento (de la nodriza de Fedra) para la tercería Paus.1.22.1.
II con idea de delegación
1 ejecución, desempeño σκέλη δὴ καὶ βραχίονες ... διηκονίης πᾶσαν ἀρχὴν ... ἔχοντα piernas y brazos tienen a su cargo el principio de ejecución Hp.l.c., τῆς μέντοι διακονίας τῆς ἐφ' ἑκάστοις τῶν πεπραγμένων καὶ ἐμαυτῷ μετεῖναι D.18.206, εὔθετος πρὸς τὴν διακονίαν τῶν ἐπιτασσομένων pronto a realizar lo ordenado Basil.Eunom.620A.
2 función, ministerio ἐξηγεῖτο καθ' ἓν ἕκαστον ὧν ἐποίησεν ὁ θεὸς ... διὰ τῆς διακονίας αὐτοῦ les fue contando cada una de las cosas que Dios había obrado por su ministerio, Act.Ap.21.19, c. gen. de abstr. (tal vez como trad. o adaptación de hebr. simmusah sel tora) δ. τοῦ λόγου Act.Ap.6.4, cf. Marc.Er.Temp.M.65.1065D, τοῦ θανάτου ref. la letra del AT, 2Ep.Cor.3.7, cf. 2Ep.Cor.3.9
transmitido a los apóstoles τὴν διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ κυρίου Ἰησοῦ Act.Ap.20.24, cf. 1.17, 25, 1Ep.Ti.1.12, Clem.Al.Strom.3.6.33, Origenes Io.32.17
a los obispos, Ign.Phil.1.1, A.Mart.5.1.29
del evangelista, 2Ep.Ti.4.5, cf. Origenes Io.1.12, del sacerdote ἱερατική Clem.Al.Strom.5.6.34, διαιρέσεις διακονιῶν diferentes ministerios, 1Ep.Cor.12.5, cf. 1Ep.Clem.40.5
diaconado orden sacra a veces no distinguible del sacerdocio, Ep.Rom.12.7, Ign.Magn.6.1, Const.App.8.18.2, Hippol.Haer.7.36.3, Ath.Al.Syn.38.4, Gr.Nyss.V.Macr.402.15, Thdr.Mops.M.66.944A, Synes.Ep.67, Iust.Nou.6.6, MAMA l.c.
III asistencia, ayuda ἱππέας εἴκοσιν ὅσον εἰς διακονίαν ἔχει Arr.Peripl.M.Eux.3.1, en ciertos oficios como la cirugía u otros, Aristid.Or.39.14.
B como resultado
I bajo ciertas obligaciones sociales o religiosas
1 favor que se presta, servicio público δημιουργία ἢ πόλει δ. Pl.R.493d, τίς δ. δι' ἣν ἡ πόλις ἐντιμοτέρα; D.18.311, cf. Aeschin.3.13, Poll.8.115, por un médico en una epidemia IG 12(5).600.14 (Ceos III a.C.), τοῖς παλαιοῖς Ἕλλησι Aristid.Or.32.10
personal ἐν ὑπουργίαις καὶ διακονίαις en ayudas y favores (a veces la adulación supera a la amistad), Plu.2.50c, cf. 62d
por vínculo religioso ἡ ὑμῶν δ. el servicio prestado a vosotros 2Ep.Cor.11.8
servicio, entrega, dedicación a la divinidad, Arr.Epict.3.22.69, δ. τῷ κυρίῳ Clem.Al.Strom.3.12.79, cf. Marc.Er.Opusc.M.65.961A, Chrys.M.59.432, δ. τῆς περὶ τοῦ φωτὸς μαρτυρίας Origenes Io.2.30.
2 crist. suministro, asistencia, socorro basado en la colecta y distribución de bienes ἀγάπη καὶ ἡ πίστις καὶ ἡ δ. Apoc.2.19, τῆς λειτουργίας 2Ep.Cor.9.12, τὴν διακονίαν τελέσαι Herm.Mand.2.6, Herm.Sim.9.26.2, Gr.Naz.M.37.389A, Clem.Al.QDS 35.2, frec. dirigido a un ámbito local concreto ἵνα ἀπέλθωμεν εἰς τὰς μακρὰς πόλεις ... καὶ τοῖς πένησιν δυνηθῶμεν ποιήσασθαι διακονίαν T.Iob 11.3, εἰς διακονίαν πέμψαι Act.Ap.11.29, ἡ δ. μου ἡ εἰς Ιερουσαλήμ Ep.Rom.15.31
institucionalizado diaconía unido a una circunscripción PMasp.139.4re.4, PFlor.285.4 (ambos VI d.C.), Cassian.Conl.18.7.8, 21.1.2
gerencia de los ingresos de una iglesia episcopal PBaden 4.94.1, 35 (V d.C.).
II c. connotación servil servicio, tarea μήτε διακονίαν ... κεκτημένος ἰδιώταις Pl.Lg.919d, doméstico ἀνεπιστήμων ... διακονίας de una esclava, X.Oec.7.41, διακονίαι ἐγκύκλιοι tareas cotidianas Arist.Pol.1263a20, ἐν ταῖς οἰκετικαῖς διακονίαις Arist.Pol.1261b37, cf. 1255b27, D.S.11.57, εἰς διακονίαν ... σωμάτιον Vit.Aesop.G 22, χειρῶν δ. trabajo manual Dion.Alex. en Eus.PE 14.26.7, δουλική Chrys.M.61.617, esp. de la mesa, D.S.17.101, Plu.2.677e, ἡ ἐπὶ τοῦ πότου δ. I.AI 11.163, cf. 2.65, AP 12.194 (Strat.), ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν Eu.Luc.10.40
por parte de los ángeles para el hombre antes de la caída, Cosm.Ind.Top.2.96.
C concr.
I de pers.
1 conjunto de los sirvientes, servicio παρεισαγαγὼν ἐκ τῆς διακονίας καὶ τῆς ἄλλης ὑπηρεσίας τοὺς εἰκαιοτάτους Plb.15.25.24, cf. SB 12830.12 (II a.C.).
2 crist. conjunto de los diáconos ὑπὲρ πάσης τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας καὶ ὑπηρεσίας δεηθῶμεν Const.App.8.10.9.
II de cosas utensilio ξυλοθῆκαι καὶ κρίβανοι ... καὶ ... ἕτεραι διακονίαι Moschio Hist.3.9
sg. c. valor colect. servicio, vajilla χρυσώματα καὶ δ. LXX 1Ma.11.58, ἡ δ. <τοῦ> [δε] ίπνου IG 12(7).515.58 (Amorgos II a.C.).

English (Strong)

from διάκονος; attendance (as a servant, etc.); figuratively (eleemosynary) aid, (official) service (especially of the Christian teacher, or technically of the diaconate): (ad-)minister(-ing, -tration, -try), office, relief, service(-ing).

English (Thayer)

διακονίας, ἡ (διάκονος) (from Thucydides, Plato down), service, ministering, especially of those who execute the commands of others;
1. universally: ἡ διακονία τοῦ θανάτου, concisely for the ministration by which the law is promulgated that threatens and brings death, τῆς κατακρίσεως, the ministration by which condemnation is announced, ibid. 9.
b. of the office of the apostles and its administration: τοῦ λόγου, τοῦ πνεύματος, the ministry whose office it is to cause men to obtain and be governed by the Holy Spirit, τῆς δικαιοσύνης, by which men are taught how they may become righteous with God, ibid. 9; τῆς καταλλαγῆς, the ministry whose work it is to induce men to embrace the offered reconciliation with God, πρός τήν ὑμῶν διακονίαν, that by preaching the gospel I might minister unto you, the ministration of those who render to others the offices of Christian affection: ἡ διακονίαεἰς τούς ἁγίους, ἡ διακονία τῆς λειτουργίας, the ministration rendered through this λειτουργία, πέμπειν εἰς διακονίαν τίνι, to send a thing to one for the relief of his want (A. V. to send relief unto), κομίζειν χρήματα πολλά εἰς διακονίαν τῶν χηρῶν, Acta Thomae § 56, p. 233, Tdf. edition); ἡ διακονία μου ἡ εἰς Ἰερουσαλήμ. my ministration in bringing the money collected by me, a ministration intended for Jerusalem (Fritzsche), L Tr marginal reading readδωροφορία ... ἐν, etc.).
4. the office of deacon in the primitive church (see διάκονος, 2): Xenophon, oec. 7,41).

Greek Monolingual

η (AM διακονία) διάκονος
1. εξυπηρέτηση, προσφορά υπηρεσίας
2. περίθαλψη, φροντίδα
3. φιλανθρωπικό ίδρυμα, άσυλο περίθαλψης
4. δοχείο ορισμένης ποσότητας τροφής
5. διακονιά, ζητιανιά
μσν.- νεοελλ.
1. το αξίωμα, το έργο και το λειτούργημα του διακόνου
2. το έργο που ανατίθεται από ηγούμενο σε μοναχό
3. φρ. «ἡ ἐν Χριστῴ διακονία» — το σύνολο τών διακόνων
4. το κτήριο όπου μοιράζονται οι ελεημοσύνες στη Δυτική Εκκλησία
αρχ.
1. υπηρεσία
2. εκτέλεση καθήκοντος
3
δευτερεύον δημόσιο λειτούργημα
4. το σύνολο τών υπηρετών
5. οικιακά σκεύη.

Greek Monotonic

διᾱκονία: ἡ,
1. έργο διακόνου, υπηρεσία, προσφορά, σε Θουκ., Πλάτ.
2. εκτέλεση καθήκοντος, υπηρεσία, σε Δημ.· ἡ δ. ἡ καθημερινή, εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών, σε Καινή Διαθήκη· ἡ δ. του λόγου, το έργο της διακήρυξης του λόγου (του Ευαγελίου), στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

διᾱκονία:
1) служба, служебная обязанность, служебное поручение (ἑαυτὸν ἐπὶ διακονίαν ταύτην τάττειν Plat.; αἱ πρὸς βασιλέα διακονίαι Thuc.; διακονίαι οἰκετικαί Arst.): τῆς διακονίας ἐπί τινι μετεῖναι Dem. принимать участие в исполнении чего-л.;
2) прислуживание, обслуживание (ταμιεία καὶ δ. Xen.; περὶ τὸ δεῖπνον Plut.);
3) собир. служба, служебный персонал Polyb.;
4) общественное служение, благотворительность, т. е. обязанности диакона NT.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διακονία -ας, ἡ [διάκονος] dienst, dienstbetoon; NT ambt van diaken, diaconaat.

Middle Liddell

διᾱκονία, ἡ,
1. the office of a διάκονος, service, Thuc., Plat.
2. attendance on a duty, ministration, Dem.; ἡ δ. ἡ καθημερινή ministering to daily wants, NTest.; ἡ δ. τοῦ λόγου the ministry of the word, NTest.

Chinese

原文音譯:diakon⋯a 笛阿可你阿
詞類次數:名詞(34)
原文字根:經過 服事(的事) 相當於: (שָׁרַת‎)
字義溯源:服事的職務,服事,職事,職分,職任,供給,供應,伺候,事奉;源自(διάκονος)*=侍者,執事)。這字用了34次,只一次用在福音書中:馬大忙於預備飯食的伺候,過於傾聽主的講論( 路10:40)。主說,人子來,不是要受人的服事,乃是要服事人,並且要捨命,作多人的贖價( 太20:28)。這話該是服事的準則。同義字: (λειτουργία)公民職責
出現次數:總共(34);路(1);徒(8);羅(4);林前(2);林後(12);弗(1);西(1);提前(1);提後(2);來(1);啓(1)
譯字彙編
1) 職事(9) 徒6:4; 徒20:24; 林前12:5; 林後3:7; 林後3:8; 林後3:9; 林後3:9; 林後4:1; 林後9:12;
2) 服事(9) 羅12:7; 羅12:7; 羅15:31; 林前16:15; 林後9:13; 林後11:8; 提前1:12; 提後4:11; 啓2:19;
3) 職分(5) 羅11:13; 林後5:18; 林後6:3; 西4:17; 提後4:5;
4) 供給(3) 徒6:1; 徒12:25; 林後9:1;
5) 供應(2) 徒11:29; 林後8:4;
6) 職任(2) 徒1:17; 徒1:25;
7) 效力(1) 來1:14;
8) 職事的(1) 弗4:12;
9) 事奉(1) 徒21:19;
10) 伺候事(1) 路10:40